ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ

Οκτώ, κι όλα γύρω του κόκκινα τα πάντα κόκκινα, χάλκινη άλως.
Ηρεμία ή χαρά δεν έζησε ποτέ του, δεν ήξερε καν τι ήταν. Και τις νύχτες, τα ίδια του τα ουρλιαχτά ήταν που του έσκιζαν τη ψυχή, την έκαναν χίλια κομμάτια, ποταπά θραύσματα φρίκης.
Ο τρόμος του ανείπωτος, ασχημάτιστος καθώς δεν υπήρχαν μέσα του λέξεις, μόνο οδύνη και φόβος και κραυγές που έκοβαν λωρίδες απ’ τη μέρα, χωρίς γιατί και λόγο, κι ήταν όλα τόσο κόκκινα, κόκκινα
όλοι κόκκινοι.
Έλαμπαν ασαφείς και σαθροί, δονούμενοι στον τρόπο που κινούνταν, κι οι ήχοι τους: πολλά μικρά μυτερά καρφιά στα αυτιά του.
Μόνο το δείπνο του κάποιες φορές τον γλίτωνε από την κόλαση, το ελαφρό τσίμπημα στο μπράτσο, η λήθη.
Ύπνος χωρίς όνειρα, χωρίς τίποτα, κενός,
Λήθη.
Πόσο την αποζητούσε τη λήθη του.
Οι νευροχειρουργοί είπαν : μηνηγγίωμα. Θα εγχειριστεί μετά τα δέκα του. Οι παιδοψυχίατροι είπαν : σχιζοφρένεια. Και τον πλάκωσαν στα φάρμακα.
Κι αυτός, κατάμονος και με τον βρόγχο του φόβου τυλιγμένο ασφυκτικά τριγύρω στο λαιμό του να του κόβει την ανάσα κάθε φορά που αντίκριζε άνθρωπο. Υπέρυθρο, υπεριώδες, ακτίνες Χ, υπέρηχοι. Όλα σφιχτό σκούρο ακατανόητο κουβάρι με τρόπο που δεν είχε ποτέ συμβεί σε ανθρώπινο πλάσμα και με το χαοτικό τους αποτέλεσμα εφιαλτικό. Ο Ορέστης δεν έβλεπε ανθρώπους. Έβλεπε ημιδιάφανα τρομακτικά πλάσματα να λάμπουν κατακόκκινα, και να του φωνάζουν τόσο που πονούσαν τα μικρά του αυτιά.
Μια μεγάλη μαύρη μοτοσυκλέτα έφτασε απαλά στην είσοδο του Άγιου Στυλιανού, στραφτοκοπώντας χρώμιο και μαύρο, αγνοώντας τους μόλις δυό βαθμούς πάνω απ’ το μηδέν και τον βοριά που ξύριζε την άσφαλτο. Η οδηγός της έντονη αντίθεση με το όχημα καθώς την κάλυπτε με τον όγκο του, την τριανταεξάχρονη με το ένα κι εξηνταπέντε ύψος και τα πενήντα της κιλά. Έβαλε με έμπειρη άνεση τον
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
πλαγιοστάτη στη θέση του, έβγαλε το κράνος και το έβαλε παραμάσχαλα, κρατώντας τα δερμάτινα γάντια στα χέρια της.
Έφτασε στο γραφείο των νοσοκόμων, και τις ρώτησε που είναι το γραφείο του διευθυντή παρακάμπτοντας με το σύνηθες μόνιμο χαμόγελο τις επιτιμητικές τους ματιές που τις δεχόταν πάντοτε και παντού, πόσο μάλλον στην Ελλάδα. Όταν βέβαια τους είπε ποια ήταν άλλαξαν αμέσως στάση κι αυτή δεν άλλαξε τη δική της. Αυτές ήταν και αυτό θα ήταν μια ζωή. Οπότε η κριτική στερείται νοήματος. Ούτε το εμβρόντητο βλέμμα του Καθηγητή όταν την αντίκρισε την πτόησε, καθώς του εξεταστικό του βλέμμα την κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω. Τελειώνοντας τις διατυπώσεις, τη ρώτησε:
«Μόνο που δεν καταλαβαίνω κάτι. Με τέτοιο βιογραφικό θα μπορούσες να εργαστείς στα καλύτερα πανεπιστήμια και νοσοκομεία στον κόσμο. Γιατί εδώ;”
“Θέλω να μείνω κάποιο χρόνο στην Θεσσαλονίκη,” του απάντησε
“και αφού θα είμαι εδώ, είπα να βοηθήσω”
Το ήδη στρυφνό πρόσωπο του χειροτέρεψε. Δεν του άρεσαν καθόλου οι ανεξάρτητες φύσεις, ήταν εκτός του ελέγχου του, κάτι στο οποίο ήταν τόσο εθισμένος.
Ούτε την αποχαιρέτησε καθώς σηκωνόταν να φύγει, ενώ είχε ήδη σκοπό να την ταλαιπωρήσει. Σήκωσε το τηλέφωνο και πάτησε μια εσωτερική γραμμή.
“Προϊστάμενη; Ο φάκελος του Μακρίδη να παραδοθεί στην καινούργια”
Δυο χρόνια είχε να τον δει, από τότε που έφυγε έγκυος μην αντέχοντας το ξύλο και το διαρκές μεθύσι του πατέρα του. Τους τσάκισε όντως το γεγονός, ή έτσι θα αντιδρούσε και σε μια δυσκολία σοβαρή στο μέλλον; Ερωτήματα χωρίς κανένα νόημα καθώς ο τύπος δεν άργησε να βάλει το δίκαννο μέσα στο στόμα του χαρίζοντας της απίστευτες ενοχές κι ερωτηματικά , τόσα πολλά οδυνηρά “αν”.
Πείστηκε τελικά πως δεν υπήρχε τέτοιο θέμα. Αυτό ήταν. Αυτός ήταν. Θα το κανε κάποτε μόλις τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ. Κι ήταν πέντε μηνών έγκυος στο δεύτερό παιδί, που το ΄σώσε από τη βία του πατέρα του. Τώρα το κοριτσάκι της ήταν ενάμισι χρονών κι όλα πάνω της εντάξει, το κεφάλι της στη θέση του και κανονικό, η όψη της μόνη διέξοδος.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Κι όμως, στη σκέψη του Ορέστη οι ερινύες χόρευαν φλαμένγκο παντού στην ώχρα που πήρε τη θέση της ψυχής της.
Βρήκε κάποτε το κουράγιο και πήγε να δει το αγοράκι της που τόσα όνειρα έκανε πριν γεννηθεί, που το περίμενε με λαχτάρα και η μόνη της ερώτηση ήταν πως θα μοιάζει. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε όταν τελικά της το έφεραν να το δει δύο μέρες μετά τη γέννα, καθώς έξαλλη απαίτησε να δει επιτέλους το μωρό της. Αυτό το πλάσμα με το διπλάσιο κεφάλι που κοιτούσε μόνιμα το κενό, μελανιασμένο και άσχημο.
Δεν μπορεί ήταν αυτό το παιδί της! Δεν μπορεί να ήταν. Καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που δεν έκανε τον μεγάλο υπέρηχο γιατί δεν είχαν τα λεφτά που ήθελε ο γιατρός για την εξέταση. Τότε θα φαινόταν. Τότε θα σταματούσε το πρόβλημα στην αρχή του, πριν τους διαλύσει τελείως τις ζωές.
Και το παράτησαν μόνο και αβοήθητο στο ίδρυμα… στη σκέψη αυτή δάκρυα μούσκεψαν τα μάτια της, την ρήμαζε η ενοχή.
Τώρα ήταν στην πόρτα του. Δωμάτιο 206.
Ήξερε περίπου τι θα δει μπροστά της και παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να πνίξει την κρυφή και τόσο οδυνηρή ελπίδα πως μπορεί να χαμογελούσε από την έκπληξη.
Όπως είχε πριν καιρό ονειρευτεί πως ξύπνησε κι ήταν όλα εκεί ο άντρας της, ο Ορέστης, ξύπνησε και τους βρήκε να παίζουνε στο πάτωμα, μια τόσο λαμπρή μέρα, που νόμιζε πως οι αχτίδες που έμπαιναν πλάγια στο δωμάτιο ήσαν στέρεες, μπορούσε αν ήθελε να τις αγγίξει. Το πραγματικό ξύπνημα τη βρήκε με αυτή την υπέροχη αίσθηση για λίγο. Για πολύ λίγο. Μετά γύρισαν όλα και πάλι στο κεφάλι της.
Κάθετη προσγείωση στη πραγματικότητα.
Μπήκε μέσα κινούμενη αργά, σαν να μη από τα πατήματά της ξυπνήσει κάποιον κι έκλεισε τη πόρτα πίσω της. Σήκωσε το βλέμμα της από το πάτωμα προς το κρεβάτι, και το μόνο που είδε πριν θολώσουν τα μάτια της από τα δάκρυα ήταν τα κατακόκκινα από την οργή δικά του και τα βρώμικα ανάκατα μαλλιά. Μόλις γύρισε το βλέμμα του πάνω της άρχισε να ουρλιάζει εκκωφαντικά. Ένας ήχος στριγκός, ξένος, παρανοϊκός. Έμεινε εκεί στη γωνία δίπλα από το κούφωμα, δονούμενη από τους σιωπηλούς λυγμούς.
Λίγο μετά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε τρέχοντας σχεδόν, με τα δάκρυα να στάζουν στο πάτωμα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Πήρε ένα ταξί και ψέλλισε στον οδηγό να την πάει στην παραλία. Παρά την παγωνιά ήθελε να πάρει λίγο αέρα να δει θάλασσα, να μη σκέφτεται να ξεχάσει
να ξεχάσει.
Κάθισε στο παγκάκι κι έβλεπε στην ομίχλη που κάλυπτε τον Θερμαϊκό καμιά εκατοστή μέτρα μέσα καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, συντετριμμένη, αν και το ξέρε πως θα νιώσει έτσι. Ήταν οι ενοχές κυρίως που της μάτωναν την καρδιά, κι η αίσθηση της ανημπόριας που την εξόργιζε.
Η όψη του γιου της , τα έξαλα μάτια που δεν την αναγνώρισαν, οι φωνές του. Γνώριζε ήδη πως αυτή η εικόνα θα την κυνηγούσε πολλά χρόνια, κι ήταν τόσο μόνη και τόσο στον κόσμο της, σαν το αόρατο τείχος της ταραχής και της ενοχής να κάλυπτε όλα τα άλλα, τα πάντα, και την άφηνε άδεια στη μέση του πουθενά.
Μια μεγάλη μαύρη μηχανή σταμάτησε κοντά στο παγκάκι μέσα στο οπτικό της πεδίο. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα με στολή μοτοσικλετιστή κατέβηκε και τη ρώτησε αν μπορούσε να καθίσει. Ούτε που την κοίταξε, μόνο απάντησε σκληρά ξεφυσώντας τον καπνό.
“Ναι”
Κάτι ήθελε η τύπισσα. Ναρκωτικά; Λεσβία; Μάλλον το δεύτερο. Κάθισε αμίλητη πάντως, κι έστριψε ένα τσιγάρο. Αφού το κάπνισε ολόκληρο, τότε μίλησε.
“Ωραίο πράγμα η θάλασσα” Είπε στον αέρα.
“Κοίταξε,” της απάντησε ξερά η Ειρήνη,” δεν έχω όρεξη για κουβέντα.”
“Το βλέπω,” της απάντησε χαρωπά, χωρίς ειρωνεία. “ούτως ή άλλως πρέπει να φύγω.
«Με λένε Στέλλα.” Της πρότεινε το χέρι.
Της έδωσε το δικό της απρόθυμα, αφοπλισμένη πάντως από την ευγένειά της.
¨Κι εμένα Ειρήνη”
Καβάλησε την δυσανάλογα μεγάλη μηχανή της κι έφυγε οδηγώντας την σιγά, σαν ποδήλατο. Η Ειρήνη την ακολούθησε με το βλέμμα για λίγο, και μετά ξαναγύρισε πάλι στον κόσμο της, λίγο πιο αλαφρωμένη από την διακοπή.
Οι μειδιάζωντες συνάδελφοι την ενημέρωσαν για την “τύχη” της.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
206, Μακρίδης. Σαν διάβασε το φάκελο του κατάλαβε και το γιατί. Ταυτόχρονα όμως της έξαψε και την περιέργεια, το πιο δυνατό από τα έμφυτά της στοιχεία. Μια ολόκληρη βραδιά στο διαδίκτυο επιβεβαίωσε την υποψία της. Δεν υπήρχε ιστορικό για παρόμοιο περιστατικό, πουθενά. Ή το δίκτυο δεν ήταν ακόμη ενημερωμένο, είτε η περίπτωση ήταν σπανιότατη, έως μοναδική.
Σημάδια αγρύπνιας δεν φάνηκαν στο πρόσωπό της όταν έφτασε στο γραφείο των γιατρών κι ετοιμάστηκε να επισκεφτεί τον καινούργιο της ασθενή. Τα στοιχήματα έπεφταν βροχή για το πόση ώρα θα άντεχε το καινούργιο φρούτο που το έπαιζε μηχανόβια.
Μπήκε μέσα και προχώρησε προς το κρεβάτι του μικρού μήτε αργά μήτε γρήγορα. Αυτός την κοίταξε με το θολό του από τα φάρμακα βλέμμα, την ακολούθησε με τα μάτια κι αμέσως άρχισε την αγαπημένη του συνήθεια. Ήταν όντως τρομακτικός ο ήχος.
Η Στέλλα πήρε μια καρέκλα από την άλλη άκρη του δωματίου, την έβαλε δίπλα στο κρεβάτι, κάθισε κι άρχισε να διαβάζει προσεκτικά τον φάκελό του. Ήταν σαν να προσπαθείς να διαβάσεις το εγχειρίδιο οδηγιών του καινούργιου σου υπολογιστή στο κέντρο ενός πεδίου μάχης. Κάθε άλλο παρά καταλάβαινε αυτά που διάβαζε, ήρθε πάντως προετοιμασμένη να αντέξει.
Τρεις ώρες. Τότε σταμάτησε. Κι άλλες τρεις έκαναν τα αυτιά της να ξεσυνηθίσουν. Τέτοια τους κάνουν στην στρατιωτική εκπαίδευση για να μπορούν να είναι ψύχραιμοι στη μάχη. Πάντως σταμάτησε. Ίσως γιατί εξαντλήθηκε, ίσως γιατί τη συνήθισε. Θα το μάθαινε την επομένη. Κανένα εικοσάρικο πάντως δεν άλλαξε χέρια εκείνη τη μέρα, καθώς έχασαν όλοι.
Την επομένη, έσφιξε τα δόντια και μπήκε μέσα με μαχητική ορμή. Τέσσερις ώρες, τις δύο με ωτοασπίδες. Δεν το άντεχε αυτό το πράγμα άνθρωπος. Δεν απογοητεύτηκε πάντως. Κάποια στιγμή σταμάτησε.
“Δεν ξέρω τι προσπαθείς να αποδείξεις,” της είπε ξερακιανά ο διευθυντής που είχε πληροφορηθεί τα γεγονότα, ” δεν θα το κάνεις πάντως στην κλινική μου”
και την κάλεσε να συμμορφωθεί με τους κανόνες τις ιατρικής επιστήμης, ειδάλλως θα την περνούσε από πειθαρχικό.
Ωραία λοιπόν. Με εκατό ευρώ κερδίζεις μια πολύ βολική σιωπή της νυχτερινής νοσοκόμας. Κι ήταν όμορφα το βράδυ, ησυχία.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Δέκα μέρες αργότερα, ο μικρός Ορέστης Μακρίδης, ούτε που αντιδρούσε στην παρουσία της. Ήταν σαφές ότι την αναγνώριζε, γιατί ούρλιαζε σε όλους τους υπόλοιπους. Κρυφά, του μείωσε σταδιακά τα φάρμακα. Ένα μήνα μετά, της χαμογέλασε ανεπαίσθητα, μόλις που το κατάλαβε με την άκρη του ματιού της. Δεν του είχε μιλήσει ποτέ, ούτε μια λέξη, κι όταν αυτός προσπάθησε να της μιλήσει, έβγαζε άναρθρους ήχους όπως οι εκ γενετής κουφοί, ενώ αποδεδειγμένα είχε άριστη ακοή.
Δεν το μπορούσε να το λύσει αυτό το μυστήριο η Στέλλα. Ήταν σαφές πως το αγόρι ήταν πολύ φοβισμένο, για λόγους όμως τελείως άγνωστους. Αντιδρούσε στην ανθρώπινη παρουσία με τρόπο που έδειχνε πως κατατρόμαζε. Εξαιρούνταν η δική της.
Κάτι μέσα της έκανε εκκωφαντικό θόρυβο, καμπάνες σε απόσταση αναπνοής που έκρουαν τη λέξη “δεν είναι σχιζοφρένεια” μέρα και νύχτα. Το παιδί αυτό δεν ήταν για εκεί, και δεν υπήρχε κανείς για να το βοηθήσει να ξεφύγει. Παρατημένο από συγγενείς, στο έλεος γιατρών που κάθε άλλο παρά τιμούσαν τις σπουδές τους.
Δυο ολόκληρα χρόνια εκεί, και κανείς δεν κάθισε να ασχοληθεί έστω και λίγο. Απλώς ακολουθούσαν τη συνήθη πρακτική της ψυχιατρικής: σε πλακώνουμε στα φάρμακα για να ηρεμήσεις, κι αφού συμβεί αυτό, σου τα δίνουμε μια ζωή. Ήταν πεπεισμένη πως η παραμονή του κι άλλο εκεί μέσα θα σήμαινε και την απόλυτη καταστροφή του. Υπήρχε κάτι πάνω του, αόρατο και απροσδιόριστο, ομιχλώδης πλάνη ή ισχνή υπόσχεση;
Πάντως θα μετατρεπόταν όντως σε σχιζοφρενή, ενώ ήταν προφανές ότι φοβόταν, κι έσπαγε το κεφάλι της για να καταλάβει το γιατί, ώσπου πήρε την απόφασή της. Ήταν πάντοτε του ρίσκου της μελετημένης παρατολμίας, και της υπακοής στο ένστικτο.
Έμειναν όλοι άναυδοι, αναμενόμενο. Άκουσε τα γνωστά, ότι καταστρέφει την καριέρα της κ.τ.λ. Τέτοια της λέγανε κι όταν έφυγε από την Αμερική, ουδείς παραδεχόταν πως υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να ζουν ελεύθεροι. Την ελευθερία την πρότειναν μόνο στους ασθενείς τους.
Το έκανε λοιπόν. Ας της έβγαινε και σε κακό, ας είχε λάθος. Είχε μάθει να ακούει μόνο την εσωτερική της φωνή και τίποτα άλλο. Έτσι, τουλάχιστον τα λάθη της θα ήταν μόνο δικά της. Η ζωή όλη είναι ένα ρίσκο ούτως η άλλως. Ουδείς γνωρίζει εάν θα είναι ζωντανός τον επόμενο μήνα, ούτε καν την επόμενη μέρα, όσο κι αν οι περισσότεροι προσπαθούν να υποκριθούν το αντίθετο.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Και τι ρίσκο! Βρήκε τους τρόπους να κάνει νόμιμα ότι έπρεπε, αναλαμβάνοντας μια ευθύνη που θα την ακολουθούσε σε όλη της την ζωή και δεν μπορούσε να μην αισθανθεί και κάποιο φόβο. Βέβαια αυτό ακριβώς είναι η αποφασιστικότητα, όταν φοβάσαι και χάνεις ύπνο και ξύπνιο και παρ΄ολα αυτά σφίγγεις τα δόντια και προχωράς, αγνοώντας εάν αυτό που κάνεις είναι τελικά το σωστό. Είναι απλώς αυτό που έχεις αποφασίσει να κάνεις.
Με θέα όλη την πόλη κληρονομιά και παραχώρηση της αδελφής του πατέρα της, το παμπάλαιο σπιτάκι στα κάστρα. Οι τοίχοι πρέπει να ήταν πάνω από μισό μέτρο πάχος, και στα χιλιοβαμένα ξύλινα παράθυρα, φώλιαζε σταγόνα-σταγόνα η υγρασία από τη ξυλόσομπα. Μέσα στην μικρή αυλή φύτρωνε ένας βράχος, ή καλύτερα, το αυθαίρετο είχε φυτρώσει πάνω του.
Αντικείμενα από κάθε πολιτισμό στεκόταν ανάκατα σχεδόν παντού, πολλά από αυτά πανάκριβα λόγω της προελεύσεως τους, όλα αυθεντικά: Απάτσι, ζουλού, γιανοάμι, γκούρκα, μαορί, εσκιμώοι. Στοίχειωναν τους τοίχους, τα κρεβάτια, τα καθίσματα. Οι ψίθυροι τους σαν να αντηχούσαν, τραγούδι ή ψαλμός, με κάτι το θλιμμένο και ήρεμο μέσα τους. Ήταν για το χρόνο που τους έσβησε στο αδυσώπητο πέρασμά του. Ηχώ της ζωής τους, χαρά και δάκρυα, οδύνη και γενναιότητα, παρελθόν.
Ήταν η αφιέρωση της Στέλλας σε όσους έζησαν πριν ως πολεμιστές, κοσμικοί ή πνευματικοί, με δυσκολότερο το δεύτερο και αμφότερα συνήθως παρόντα.
Και δύο επαγγελματικοί υπολογιστές στην άκρη.
Οικονομικό πρόβλημα δεν είχε ζήσει ποτέ της, αν και αποστρέφονταν πάντοτε την πολυτέλεια. Της φάνταζε αχρείαστη και υπερβολική, υπέρλαμπρη καρικατούρα του εγώ, και στις παροτρύνσεις των συγγενών να αγοράσει ένα σπίτι που να ¨ανταποκρίνεται¨ στην κοινωνική της θέση, χαμογελούσε χωρίς να απαντά.
Εκεί έφερε το μικρό Ορέστη, υπερπηδώντας πολλά νομικά εμπόδια, και παίρνοντας την έγγραφη άδεια της μητέρας του, που ούτε καν ήρθε να τη δει.
Παραιτήθηκε φυσικά από τη δουλειά της στο ίδρυμα, δεν υπήρχε περίπτωση να της περισσέψει χρόνος. Κάτι το δυνατό και επίσης υπόγειο της φώναζε μέσα της πως αυτό το παιδί κρατούσε κάτι μοναδικό, κάτι σκαμμένο βαθιά κάτω από τη σχιζοφρένεια και τη βίαιη αντίδραση. Σιγά σιγά του ελάττωσε κι άλλο και μετά του έκοψε τα φάρμακα. Μέχρι που της μισοχαμογελούσε και το κουρασμένο θαμπό κι έξαλλο βλέμμα έσβησε από το πρόσωπό του. Κι υπήρχε ακόμη τόση δουλειά να γίνει. Ούτε η ίδια φανταζόταν πόση.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Δεκατριών.
Κι ούτε μια μικρή κουκκίδα κόκκινου πια να τον κυκλώνει : η χάλκινη άλως είχε χαθεί οριστικά.
Τη φώναζε μητέρα. Στο άκουσμα της λέξης δεν έπαυε να ριγεί η Στέλλα, κάθε μέρα, κάθε φορά. Τον αγαπούσε τόσο και του έδινε ότι πιο πολύτιμο και καλλίτερο υπήρχε μέσα της. Ήταν ο γιος της και ήταν μοναδικός. Η αυγή του νέου που δεν ήταν ατύχημα ούτε τυχαίο ανακάτεμα των γονιδίων. Ήταν το σπρώξιμο της μοίρας να φτιάξει τον Άνθρωπο, το επόμενο βήμα μπροστά. Ούτε τολμούσε τότε να το ονειρευτεί πως το σκάψιμο στην ψυχή του μπορεί να αποκάλυπτε τόσα πολλά, κι αναρωτιόταν με τρόμο τι θα γινόταν εάν δεν βρισκόταν η ίδια στο δρόμο του.
Μπροστά της έβλεπε έναν άνθρωπο που η φύση του έδωσε την ικανότητα να ορά τον κόσμο όχι από μια μονόπλευρη θεώρηση περιορισμένη από τις αισθήσεις του, μα από τη θέση του όλου.
Υπέρυθρο, υπεριώδες, ακτίνες χ, ολόκληρο το ακουστικό φάσμα. Αυτός ήταν και ο λόγος για τη χαοτική του παιδική ηλικία. Είχε μάθει πια να ελέγχει τις αισθήσεις του απόλυτα. Μπορούσε να περάσει από το ορατό φάσμα σ΄ολο το ηλεκτρομαγνητικό με ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού, και πάλι πίσω.
Κι ήταν τόσο ήρεμος…
Πέρασε από τη μέγιστη μανία την ένταση και τις κραυγές, στον αντίποδά τους. Όλη τη μέρα και πολλές φορές όλη τη νύχτα ο έφηβος την περνούσε στο διαδίκτυο, και στο δωμάτιο που τα τρεισήμισι χιλιάδες βιβλία στοιβάζονταν ανάκατα παντού.
Μόλις που χωρούσε να μπει άνθρωπος εκεί μέσα, και του άρεσε πολύ το ημίφως και η οσμή του παλιού χαρτιού.
Σχολείο φυσικά δεν πήγε ούτε μια μέρα. Και λόγω ηλικίας, και λόγω του παρουσιαστικού του. Το μέτωπό του ήταν υπερδιπλάσιο του φυσιολογικού δίνοντάς του την όψη καρικατούρας, παρά τα γλυκά και λαμπερά του μάτια. Μόνο όταν μιλούσε, ήρεμα και σταθερά, άμβλυνε τη γροτσέσκα εντύπωση του παρουσιαστικού του που θύμιζε έντονα τις ασπρόμαυρες ταινίες του Φραγκεστάϊν.
Από τη Στέλλα έμαθε τα βασικά, αλφάβητο, γραφή και ανάγνωση. Μέσα σε δύο χρόνια γνώριζε με λεπτομέρειες όλα τα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας, με άψογη μνήμη σε χρονολογίες και ονόματα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Η τέλεια και σχεδόν αφύσικη ικανότητα του μαθαίνειν του, έφερε τη Στέλλα στο απείρως απορείν της, καθώς και όλα τα τεστ εφυίας που του έκανε έβγαιναν εκτός κλίμακας.
Ήταν απλώς ιδιοφυής. Με τεράστια υπομονή κάθε μέρα του απαντούσε στον καταιγισμό των ερωτήσεων που της απηύθυνε, από το πρώτο λεπτό που ξυπνούσε μέχρι το καληνύχτα. Στις περισσότερες εδώ και μερικούς μήνες δεν ήξερε να του απαντήσει, την είχε ξεπεράσει ήδη. Για αυτό υπήρχε το διαδίκτυο. Μιλούσε και με ανθρώπους από όλο το κόσμο, έκανε μακρινές φιλίες, απορούσε γνήσια και συνεχώς για τις φρικτές πράξεις των ανθρώπων. Η συνήθης σκληρή εφηβική κρίση τον έκανε να βλέπει την ανθρώπινη ιστορία με βαθιά απορία, όσο και με περιφρονητική αποστροφή.
Ήταν αγνός και άπειρος από τη ζωή, και το κυριότερο, είχε πλήρη άγνοια της εφυίας του. Του φαινόντουσαν λοιπόν, αδιανόητοι.
Δειλά-δειλά, η Στέλλα άρχιζε να τον βγάζει έξω, παρά την έντονη άρνησή του. Τον πήγε παντού. Μουσεία, εκθέσεις, κινηματογράφο, πλατείες και κοσμοσυρροή, περπάτημα στην Τσιμισκή με όλα τα βλέμματα να κοιτάζουν το υδροκέφαλο αγόρι, που ακόμη δεν είχε μάθει να τους αγνοεί, “σκληρό πράγμα το να είσαι τόσο διαφορετικός Ορεστάκο” του έλεγε, “και πίστεψε με, μπορεί να το έζησα ίσως πιο απαλά, μα το ΄χω ζήσει”
Δεν την πίστευε. Ένιωθε πως κανείς δεν μπορεί να τον καταλάβει. Δεν ήξερε ακόμη πως είσαι το ίδιο μόνος ακόμα κι όταν είσαι ο λαμπρότερος όλων. Δεν είχε μάθει πως η γέννηση της προσωπικότητας περνά αναγκαστικά από τέτοιες οδυνηρές συγκρούσεις.
Είχε θεραπευτεί από το χάος που του προκαλούσαν οι τόσες επιπλέον αισθήσεις του. Μπορούσε με άνεση να περνά από το υπέρυθρο στο υπεριώδες, και από κει στο ορατό φάσμα με οποιαδήποτε σειρά ήθελε. Άκουγε υπέρηχους σε όλες τις συχνότητες και επέστρεφε στο ανθρώπινο ακουστικό πεδίο οποιαδήποτε στιγμή. Η φύση του έδωσε την ευκαιρία να δει τον κόσμο απροϋπόθετα κι όχι απλά μέσα από όργανα, μα από το ίδιο του το σώμα.
Αυτό που η ιατρική θεώρησε μηνηγγίωμα, ήταν περαιτέρω ανάπτυξη των μετωπιαίων εγκεφαλικών λοβών, κέντρο της ανώτερης σκέψης και της προσωπικότητας. Με λίγα λόγια ο Ορέστης διέθετε κατά 30% μεγαλύτερο, λειτουργικό εγκέφαλο από τους συνανθρώπους του.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Η ανάγνωση εκατοντάδων λογοτεχνικών βιβλίων του έδωσε την επίγνωση του πως λειτουργούν τα συναισθήματα, καλά ή κακά. Γνώριζε πως η αυτολύπηση είναι ότι πιο αυτοκαταστροφικό υπήρχε για τον άνθρωπο, και πως η προσωπική ήττα συμπεριλαμβάνει απαραιτήτως την προηγούμενη αποδοχή της. Μάθαινε. Με γεωμετρικούς ρυθμούς.
Και ήταν τόσο μόνος,
Μόνος.
Ήθελε να βρει αν υπήρχαν κι άλλοι σαν κι αυτόν. Ονειρευόταν ένα κορίτσι, που θα έμοιαζαν και δεν θα τους ενδιέφερε καθόλου το μέγεθος του κεφαλιού τους, μα όλα τα υπόλοιπα. Ονειρευόταν πως τη φιλούσε, κι όταν ξυπνούσε λυνόταν ξέπνοος που δεν ήταν εκεί να του χαμογελάσει. Ένιωθε την ακατανίκητη ανάγκη να μάθει αν υπήρχαν κι άλλοι σαν αυτόν. Το συζήτησε με τη Στέλλα. Ήταν κι αυτή πρόθυμη. Και το πρώτο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν ήταν και πάλι το διαδίκτυο. Έψαξαν μέρες, έφτασαν και στα πιο απίθανα μέρη μα, τζίφος. Μηδέν. Καμία απολύτως περίπτωση δεν αναγραφόταν πουθενά.
Ανέβηκε στην ταράτσα, με την ένταση που προκαλεί η απογοήτευση της σφοδρής ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ήθελε να ηρεμήσει λίγο. Ο κρυφός απαλός φωτισμός, έπεφτε πάνω στα δεκάδες φυτά που φρόντιζαν οι δύο τους. Φοίνικες και μπανανιές, βοκαμβίλιες και ορχιδέες, τριανταφυλλιές, ανάκατα τα αρώματα ειδικά της νύχτες, όπου τα γιασεμιά γήτευαν τον αέρα. Όλη η πόλη φαινόταν από το μπαλκόνι με την ξύλινη κουπαστή, στο βάθος της η θάλασσα στραφτάλιζε σοβαρά την πανσέληνο.
Γύρισε την όρασή του στο υπέρυθρο κι είδε τα φυτά του να λάμπουν από υγεία κι από την παρουσία του. Είχε μια υποτυπώδη επικοινωνία μαζί τους, καθώς αυτά τα θαύματα της φύσης αισθάνονταν τα πάντα, χωρίς να αναλύουν τίποτα. Δεν τους χρειαζόταν να ζήσουν αλλιώς, μια και ήδη ήταν στον παράδεισο- ήταν τα ίδια παράδεισος.
Εκεί που δεν υπήρχε φόβος μήτε ανησυχία, ούτε παρελθόν και μέλλον. Πόσο είχαν ανακατέψει τα πράγματα οι άνθρωποι! Ζούσαν φυλακισμένοι ο καθείς τους στη δική του ιδιωτική φυλακή, απ΄όπου η απόδραση ήταν συνήθως αδύνατη.
Παντού κυριαρχούσε ο φόβος, μεταμφιεσμένος σε σιγουριά, σε θράσος, σε ανασφάλεια, σε έννοια.
Πότιζε και δηλητηρίαζε τον αέρα κι η εμμονή τους να είναι κάτι άλλο από αυτό που ήταν, του φαινόταν τόσο αστεία. Δεν τους περιφρονούσε όμως, καθώς ανάμεσά
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
τους γνώρισε τον Σωκράτη, τον krishnamurti, τον Καζαντζάκη. Αυτούς που γνώρισαν τους δύο υψηλούς στύλους του Ανθρωπίνου Πνεύματος: την ελευθερία και την αγάπη.
Αγάπη.
Δική του όλη.
Ήταν ένα με όλα, ένα με τα δέντρα που λικνίζονταν στον άνεμο, άκουγε το τραγούδι τους, ζούσε με τα πουλιά που κελαηδούν πριν το ξημέρωμα. Ξυπνούσε πολλές φορές πριν την αυγή, μόνο και μόνο για να δει την ανατολή, την καινούργια ελπίδα της μέρας. Ένιωθε και ζούσε τα πάντα, ήταν μέρος των πάντων, ερωτικά συνδεδεμένος με το όλο, από το μακρινό άστρο μέχρι την τριανταφυλλιά που ακουμπούσε με το χέρι του δίπλα του ασπρογάλαζη φλόγα υγρή, η σταγόνα του φωτός που κυλούσε αργά στη συνείδηση και που από τη λευκόπυρη αυλακιά της ξεπηδούσαν μυριάδες λαμπρές σκέψεις και ιδέες.
Έτσι λοιπόν, κοιτούσε τα φυτά και την πόλη, τη θάλασσα και τη σελήνη που έλαμπαν πορφύρα στο υπέρυθρο, παλλόταν ζωντανά, δίχτυ αραχνοΰφαντο, όπου συνδέονταν ξεκάθαρα όλα, ο τρόπος με τον οποίο μπορούν μαθηματικά οι τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις να ενοποιηθούν. Μέσα σε λίγα λεπτά έλυσε το πρόβλημα που ταλάνιζε δεκαετίες τα μεγαλύτερα μυαλά του πλανήτη, κι ήταν μεθυσμένος, ερωτευμένος, πλήρης.
Μοναξιά.
Η Στέλλα δεν τον άφησε να εγκαταλείψει τόσο εύκολα. Η θέληση ήταν κάτι που δεν είχε γνωρίσει ακόμη ο μικρός κι ο πιο κατάλληλος τρόπος να τη διδαχθεί, ήταν η αναζήτηση κάτι τόσο δύσκολου. Εάν έβρισκαν κάτι η χαρά που θα του έδινε η νίκη, θα του χαρασσόταν στη μνήμη. Εάν όχι, θα μάθαινε πως όταν ξεκινάς κάτι, θα πρέπει να κάνεις τα πάντα για να το τελειώσεις ανεξαρτήτως του αν θα πετύχει ή όχι.
Κάθε μέρα έψαχναν, χωρίς ένταση. Επιστημονικά περιοδικά, εφημερίδες, internet, ότι δημοσιευόταν σχετικά με παιδοψυχιατρική έπεφτε στα χέρια τους.
Ώσπου,
Δεκαέξι.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Η Πράγα ήταν η Πράγα. Απίστευτη αρχιτεκτονική, η παλιά πόλη διατηρήθηκε όπως είχε, ένα άψογο καλλιτεχνικό περιβάλλον που μάγεψε τον νεαρό με τον μόνιμο μεγάλο σκούφο στο κεφάλι. Πήγαν στο σπίτι του Κάφκα. Τρεις ώρες ήταν εκεί, μέχρι να τους πουν πως έκλειναν για τη μέρα. Ήθελε να κάτσει κι άλλο, να οσφρανθεί το άρωμα που άφησε πίσω του, χαμένο πίσω απ τις ταπετσαρίες, ποτισμένο στο σανίδι. Ήθελε να τον φανταστεί εκεί, καθισμένο στο γραφείο να καφκάζει.
Η Στέλλα κατάφερε να πάρει μια κρατική διαπίστευση, και τα απαραίτητα έγγραφα που έδειχναν πως έκανε ακόμη ένα διδακτορικό. Οδηγήθηκαν στα περίχωρα, όπου ή φτώχια ήταν πια πολύ ορατή παντού, και τα κυβερνητικά κτίρια φθαρμένα και παραμελημένα. Έφτασαν στο ίδρυμα, κτίριο που θα έκανε καλλίτερα για φυλακή βαρυποινιτών παρά για το ρόλο που το είχαν επιλέξει τώρα. Σύρματα και κάγκελα παντού, μάλλον για να μη το σκάει το εργασιομανές προσωπικό, παρά για να αποτραπεί η απόδραση των τροφίμων. Θύμιζε την κόλαση των ελληνικών αναμορφωτηρίων του ΄40 και του ΄50.
Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει κάποιος από κει μέσα καλύτερα. Ήταν σαν την “αναμόρφωση¨ των φυλακών. Έμπαινες μέσα μικροκακοποιός, κι έβγαινες εγκληματίας.
Περπατούσαν στον διάδρομο των Οξέων. Κανείς δεν είχε φιλοτιμηθεί να τον βάψει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Βρωμιά, μούχλα και ποντίκια ήταν το κυρίαρχο θέμα στον πίνακα αυτόν του Νταλί που άνετα θα μπορούσε να είναι σκηνικό για ταινία φρίκης χωρίς αλλαγές.
Τους άνοιξε την πόρτα η προϊσταμένη που τους συνόδευε όπου τσέπωσε χωρίς καμία διακριτικότητα τα πεντακόσια ευρώ. Η μυρωδιά τους χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ούρα κόπρανα, και σήψη, ήταν τόσο έντονα που νόμιζες θα δεις ένα πολυκαιρισμένο πτώμα μπροστά σου, μα αντ΄αυτού είχες ένα εννιάχρονο παιδάκι, με ανάκατα ακούρευτα μαλλιά και βρώμικο σαν οχετό, να κάθεται ανάμεσα στα κόπρανα του.
Τους κοίταξε με τον τρόπο που είχε ο Ορέστης. Το πλησίασε αργά, και κάθισε κι εκείνος κάτω, πάνω στις ακαθαρσίες. Έφερε το πρόσωπό του στο ύψος του παιδιού, με τα μάτια τους να απέχουν εκατοστά. Ο Ορέστης ήταν απόλυτα ήρεμος και το πρόσωπό του ανέκφραστο, πέτρα. Το αγόρι τον κοιτούσε υπνωτισμένο, με τα μάτια του ακίνητα ίσια μπροστά. Δεν μπορούσες να καταλάβεις αν έβλεπε προς το κενό ή τον αντιλήφθηκε.
“You may go now miss”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Της είπε, χωρίς να κουνήσει βλέφαρο.
Η νοσοκόμα δεν αντέδρασε, κι η Στέλλα της έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και έκλεισε την πόρτα, αφήνοντας τον Ορέστη και τον μικρό μόνους. Δεν ήξερε τι έκανε. Έπραξε ενστικτωδώς. Η υπάλληλος, έβρισε στη γλώσσα της κι εξαφανίστηκε, κατέχοντας μισθούς τεσσάρων μηνών κι απαλλαγμένη απ τη φροντίδα του “μικρού ζώου” όπως αποκαλούσε συνήθως τον ασθενή της.
Πίσω στο δωμάτιο. Πάνω που πήγε να πάρει φόρα γρυλίζοντας από οργή και τρόμο, ο Ορέστης άπλωσε το χέρι του γύρω από το σβέρκο του παιδιού, και έφερε το κεφάλι του μπροστά. Ακούμπησαν μέτωπο με μέτωπο. Το παιδί τινάχτηκε σαν από ηλεκτροπληξία και πήγε να παλέψει μα αμέσως μετά χαλάρωσε μέσα στην αγκαλιά του. Κάθισαν έτσι για λίγο.
Μετά, άλλαξε θέση και κούρνιασε πάνω στον Ορέστη σαν γατί. Ο εννιάχρονος ένιωσε για πρώτη του φορά κάτι το οικείο, το ήρεμο. Δεν ήταν τηλεπάθεια. Ήταν μια κρυμμένη βαθιά αίσθηση του ανήκειν,
κάπου.
Κάπου όμορφα.
Κάπου λαμπερά.
“Άνοιξε τη πόρτα” της είπε.
Το έκανε. Και της σηκώθηκαν μια προς μια όλες οι τρίχες του αυχένα. Δάκρυσε από την ένταση, καθώς παρατηρούσε ένα θαύμα. Με κάποιο άγνωστο τρόπο αναγνωρίστηκαν μεταξύ τους, κι αυτή δεν ήξερε αν χαιρόταν η αν τρόμαζε από αυτό. Κρατιόταν από το χέρι και προχωρούσαν προς την πόρτα έχοντας ακριβώς την ίδια ήρεμη, οξυδερκή έκφραση στο πρόσωπο και τα μάτια.
Δεν ήταν πείραμα. Ήταν βήμα. Με τον αδυσώπητο τρόπο που η φύση χαράζει πορεία, έτσι άλλαξε για ακόμη μια φορά στόχο στη πυξίδα της.
Κι η Στέλλα ήταν εκεί για να δει την αρχή της.
Χαρά και ρίγος όλα ανακατεμένα, απόκοσμα.
Ένιωθε σαν να παρακολουθούσε τον εαυτό της σε ταινία.
Με δέκα χιλιάδες ευρώ τα έντυπα της υιοθεσίας και της άδειας εξόδου από τη χώρα ήταν σε εικοσιτέσσερις ώρες στο ξενοδοχείο τους.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τον ονόμασαν Πολυνίκη, τιμώντας τον Σοφοκλή.
Η εκπαίδευση του νέου τους μέλους ήταν απείρως ευκολότερη από αυτήν που παρείχε η Στέλλα στον Ορέστη, καθώς η μεταξύ τους συγγένεια ήταν απίστευτη.
Σαν δίδυμοι που μοιράζονται αισθήσεις και συναισθήματα μακράν πέραν του συνήθους. Έπιναν τον καφέ τους στην βεράντα την αυγή, κοιτάζοντας προς τα κει που θα βγει ο ήλιος ανάμεσα στα καλοαναθρεμμένα τους φυτά, ολόκληρο οικοσύστημα σε μια ταράτσα. Ήταν η μαγική τους ώρα τούτη, η ανατολή, τότε που οι προσδοκίες ήταν πιο ορατές απ΄τον αέρα.
“Πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι” της είπε
“ενδέχεται” του απάντησε χαμογελώντας η Στέλλα, και προλαβαίνοντας τον, συνέχισε.
“βήμα-βήμα γλυκέ μου” του είπε, “βήμα-βήμα. Τελείωσε πρώτα με τον Πολυνείκη, και συνεχίζουμε.”
Ήταν πάντως νύχτες που η Στέλλα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Νεάτερνταλ, homo erectus, homo sapiens, και μετά;
Δεν άφησε να της ξεφύγει η λεπτομέρεια πως οι δεύτεροι παραγκώνισαν τους πρώτους με μεγάλη ευκολία και αιματηρές, εξοντωτικές συγκρούσεις.
Τους έβλεπε να βάζουν τους σκούφους τους και να πηγαίνουν βόλτα στην παραλία, με τον Ορέστη στο ρόλο του δασκάλου και μάτωνε η καρδιά της απ τη συγκίνηση. Μέσα σε οκτώ μήνες, ο Πολυνείκης, έμαθε να ελέγχει τις αισθήσεις του και άπταιστα Ελληνικά, σε όλο τους το εύρος. Δεν σταματούσε να την αφήνει άναυδη ή ικανότητά τους να μαθαίνουν. Ήταν απλά απίστευτη.
Κι αυτή είχε περάσει μια ζωή μέσα στη μοναξιά που προκαλεί η αγωνία εξατομίκευσης, αυτή που γεννά την προσωπικότητα, την έννοια να έχεις δικό σου μονοπάτι κι όχι να δανειστείς κάποιο άλλο. Φίλοι, φίλες κι εραστές, απλώς αδυνατούσαν να καταλάβουν τι εννοούσε.
Ο γιος της, τα άλλαξε όλα αυτά. Δεν ήταν πια μόνη. Είχε την τύχη να συναντήσει έναν άνθρωπο που μπορούσε να την καταλάβει πλήρως κι όχι μόνο. Μπορούσε να την διδάξει κι άλλα. Να την πάει πιο μακριά.
Μακριά,
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
πέρα.
Φαινόταν πως θα κολυμπούσε με σωσίβιο αυτόν, μέχρι τα όρια . Ήταν πρώτη φορά που η ζωή έδωσε το υπέροχο προνόμιο σε ένα έμβιο να ορά τον κόσμο μέσα από όλες του τις πτυχές και όχι μέσα από τους περιορισμούς που οι ίδιες του οι αισθήσεις υπαγορεύουν, άρα και το καθιστούν αυθαίρετο. Η μέλισσα αντιλαμβάνεται έναν δραματικά διαφορετικό κόσμο απ΄ ότι το μυρμήγκι, ή ο άνθρωπος.
Ουδείς ανάμεσά τους μέχρι τώρα είδε δει μια ριπή του αληθούς, του ακατέργαστου συνόλου.
Στον Ορέστη και στον Πολυνείκη δόθηκε αυτό το χάρισμα, μια ακροφανής συναισθησία άνευ προηγουμένου.
Κι ήταν τόσο περίεργη να δει τι θα επακολουθήσει.
Η χρονιά είναι το 2027, κι ο Ορέστης τριάντα χρονών, ακριβώς στην κατάλληλη ηλικία να ξέρει ποίος είναι και τι θέλει. Η βελόνα μέσα στην πυξίδα του, καρφώθηκε μέσα στο βορά, και παλλόταν απ την ίδια της τη δύναμη. Αριθμούσαν πια δυο εκατοντάδες. Ήταν οι homo universalis, έτσι τους ονόμασε η Στέλλα, με το όνομά της ακουγόταν σπάνια έως καθόλου. Ήταν για όλους, η μητέρα.
Για αυτούς δεν ήταν οι homo κάτι, ήταν η Φυλή. Ένα κοινόβιο των σκουφοφόρων όταν έβγαιναν στον έξω κόσμο με τα πελώρια αφύσικα μέτωπα και τα μονίμως λαμπερά μάτια – κείνα που δεν ήξερες τι αναδίδουν, μέχρι που τους γνώριζες.
Ήταν όλοι τους πολύ ήρεμοι στις κινήσεις και στις αντιδράσεις τους. Θα μπορούσε να συμβαίνει και από την περίοδο του ιδρύματος, όπου είχαν βγει όλα έξω, με τον τόσο ζωώδη τρόπο που χρησιμοποιούμε εμείς οι άνθρωποι όταν χάνουμε τον έλεγχο και γινόμαστε αυτό που άλλωστε μπορεί να είμαστε και πραγματικά.
Όλοι, εκτός από τα παιδιά τους. Υπήρχαν καμία τριανταριά από φωνακλάδικα μικρά ανθρωπάκια που δεν είχαν στιγμή ησυχίας. Ήταν τα όντως μέλη της φυλής, οι πρώτοι, αυτοί που δεν χρειάστηκε να ζήσουν την φρίκη των κρίσεων, του ακατάληπτου κόσμου και της πλήρους έλλειψης επικοινωνίας μέχρι να μάθουν να ελέγχουν τις αισθήσεις τους.
Ανασυνδυασμοί του DNA χιλιάδες φορές την ώρα έπαιρναν χώρα στον πυρήνα κάθε κυττάρου του οργανισμού τους, όπως άλλωστε και σε όλα τα θηλαστικά, μόνο που η ταχύτητα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Στην ουσία ήταν ίδιοι με όλα τα άλλα πλάσματα που υπήρχαν, με μόνη σημαντική διαφορά ότι ζούσαν σαν ταινία στο
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Χ32. Όλα ήταν πολύ πιο γρήγορα πάνω τους, με τελικό αποτέλεσμα, σκέψη και μνήμη πέρα από κάθε γνωστό όριο.
Σκέψη και μνήμη.
Τα δυο βασικότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ή μάλλον, δύο από τους κύριους πυλώνες του πνεύματος.
Του ανθρωπίνου πνεύματος. Αυτού.
Όλοι συμμετείχαν στις καθημερινές εργασίες, ενώ κανείς απολύτως κοινωνικός διαχωρισμός δεν υπήρχε ανάμεσά τους. Στο συμβούλιο της Φυλής συμμετείχαν οι πάντες πλην των παιδιών, και καθενός η γνώμη βάραινε το ίδιο στα αυτιά και το μυαλό τους. Οι αποφάσεις όπως και οι εξελίξεις λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία, χωρίς να απουσιάζουν οι διαφωνίες, που κάποιες φορές ήταν και πολυήμερες. Κανείς πάντως δεν ύψωνε τη φωνή του, καθώς ο εκνευρισμός θεωρούνταν ανόητη αντίδραση.
Δεν ήταν στη φύση τους οι φωνές και η λογομαχία, και ακόμη περισσότερο η βία. Έβλεπαν τα ανθρώπινα γεγονότα με λύπη, όσο και με σοκαρισμένη απορία. Δίδασκαν τη ιστορία στα παιδιά τους για να νιώσουν το χάος που κυριαρχούσε πάντα μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Δεν τους περιφρονούσαν. Ήσαν ικανοί για τα πιο υπέροχα όνειρα, μα και για τους πιο φρικτούς εφιάλτες. Ήταν απλά σαν χαμένα παιδιά μέσα στο σκοτάδι και το άηχο κενό, ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάποιο φως, ένα φάρο που να οδηγεί κάπου μα,
δεν υπάρχει πορεία. Οι ίδιοι είναι η πορεία.
Κι όλα τα μέλη της Φυλής δεν το γνώριζαν απλώς: το ζούσαν . Ήσαν οι ίδιοι πυξίδα και βελόνα και βοράς, προορισμός και έδρα, καλό κακό και τα χίλια ενδιάμεσα πρόσωπα, ήταν ταυτόχρονα όλα μαζί, όλες οι φέτες μαζί κολλημένες με την ουσία της άκριτης αγάπης.
Όλα είναι τυχαία, και τίποτα δεν είναι τυχαίο κι αμφότερα λαμβάνουν χώρα παντού και ταυτόχρονα, μόνο που τα φτωχά ανθρώπινα μυαλά αδυνατούν να συλλάβουν τούτη την τόσο βασανιστική διττότητα. Για αυτούς πάντως ήταν αυτονόητα πράγματα, καθώς κινούταν σε σφαίρες που είχαν υπάρξει μέχρι τότε μόνο ως αναλαμπές μυαλών που ονομάστηκαν ιδιοφυΐες και που τα επιτεύγματά τους ήταν μόνο στιγμές αυτού που οι ίδιοι ζούσαν καθημερινά, όλες τις ώρες.
Ήταν άλλωστε αυτή τους η εξαιρετική εφυία που τους έδωσε τους οικονομικούς πόρους προκειμένου να περάσουν σε μια τέτοιου μεγέθους κατασκευή. Τα διεθνή
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
χρηματιστήρια ήταν για αυτούς πεδίο μάχης βατό, για να βγάλουν τα χρήματα που ήταν απαραίτητα.
Το χωριό, ήταν απλά, ένα χωριό. Δεκάδες ξύλινα σπιτάκια, διακοσμημένα το καθένα με το προσωπικό γούστο του νοικοκύρη τους. Οι κοινωνίες των μυρμηγκανθρώπων που όλα έπρεπε να μοιάζουν ίδια μεταξύ τους, ήταν αποκρουστικές για αυτούς.
“Στην Αφρική, μάλλον” της είπε.
“Θα συμφωνήσω Ορεστάκο” του απάντησε.
Ήξεραν πως η τοποθεσία έπρεπε να είναι απομονωμένη, μια μυστική φωλιά ή ένα εκκολαπτήριο μακριά, σε περιοχή χωρίς ενδιαφέρον. Κι ήταν ένα φανταστικό μέρος αυτό που διάλεξαν. Πλάι σε ένα ποτάμι που κυλούσε διάφανο, σε υψόμετρο χιλίων τριακοσίων μέτρων, ανάμεσα στα δέντρα και στο πανέμορφο παιχνίδι της αφρικανικής βλάστησης, φως-σκιά,
φως-σκιά.
Κει από όπου η ανθρώπινη ζωή σκίρτησε τα πρώτα- πρώτα βήματα, εκεί ξαναγύρισε η απώτατη εξέλιξή της.
Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ άλλαξαν χέρια τις περισσότερες φορές κάτω απ το τραπέζι, χαμόγελα τριμμένα καλά από την διαφθορά άνοιξαν διάπλατα και οι τίτλοι ιδιοκτησίας των χιλίων οχτακοσίων στρεμμάτων, πέρασαν στα χέρια της Στέλλας, ήτοι: της Φυλής.
Έφεραν εκσκαφείς, βαρέα μηχανήματα, εργαλεία, έφεραν έφεραν έφεραν. Έμαθαν να τα χειρίζονται μόνοι τους όλα, δεν ήθελαν ξένους εργάτες ανάμεσά τους. Γνώριζαν την ανθρώπινη φύση και προσπαθούσαν να αποφύγουν τις αναπόφευκτες και υπερβολικές φήμες για τα τέρατα που ποιός ξέρει τι σχεδιάζουν εκεί κάτω.
Έγιναν εργάτες, ξυλουργοί, τεχνίτες. Σε ενάμιση μήνα οι κατοικίες ήταν έτοιμες.
Πέντε μεγάλες ανεμογεννήτριες εγκαταστάθηκαν ψηλά, πέρα από τα όρια του χωριού, και με τις “βελτιώσεις” των τεχνικών τους, παρήγαγαν τρία γιγαβάτ ενέργειας, αρκετό για να λειτουργήσει με άνεση ένα μεγάλο εργοστάσιο.
Κι ήταν κι η σπηλιά.
Την ανακάλυψαν αργότερα και τους ήρθε θείο δώρο. Λίγα μέτρα από την μικρή σαν τρύπα είσοδο, δέσποζε η μεγάλη αίθουσα, χιλίων και τετραγωνικών μέτρων
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
πλάτους και τριάντα ύψους. Με φρενήρη ρυθμό, ακόμη και με βάρδιες, πέντε μήνες αργότερα είχε μεταμορφωθεί σε ένα πελώριο εργαστήριο κάθε είδους επιστήμης και τεχνικής.
Μηχανική, αρχιτεκτονική υπολογιστών, δορυφορικές συνδέσεις internet, αστρονομία, κοσμολογία, ιατρική, ιστορία της τέχνης, λογοτεχνία ποίηση, πολιτική. Περνούσαν όλοι από όλα, εκπληρώνοντας τον προορισμό τους: τη Γνώση και τη Λογική και το Ανθρώπινο Πνεύμα.
Το είδαν να διαπερνά σύγκορμους, ανθρώπους που άλλαξαν τον ρου του κόσμου,
όπως τον Αριστοτέλη
όπως τον Σωκράτη
όπως τον Γκάντι
όπως τον Einstein.
Αυτό που ήταν για κάποιους η συντριπτική αναλαμπή και που τους έκανε να ζουν την μοναξιά, καθώς κανείς δεν μπορούσε να τους καταλάβει. Θαύμασαν το θάρρος και το ψυχικό τους σθένος, καθώς ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την εχθρότητα, την απομόνωση και τον χλευασμό. Φθάνοντας ακόμη και στην πείνα για να μη απαρνηθούν το σκοπό ή την ανάγκη τους να εκφραστούν. Τους θαύμασαν πραγματικά αυτούς τους ανθρώπους, κι η παρουσία τους ήταν ανάμεσα τους ορατή. Στον τρόπο με τον οποίο ενεργούσαν και σκεφτόντουσαν και στον τρόπο με τον οποίο δίδασκαν τα παιδιά τους.
Τη σχολή είχε αναλάβει φυσικά η Στέλλα, καθηγήτρια και φίλη και η μόνη που είχε την υπομονή να δέχεται και να απαντά τον καθημερινό καταιγισμό ερωτήσεων από τα παιδιά. Χρησιμοποιούσαν τα Ελληνικά σαν κύρια γλώσσα, γνωρίζοντας οι περισσότεροι τουλάχιστον άλλες έξι. Μα δεν τους ικανοποιούσαν. Παρά τον πλούτο τους, που προστέθηκε αθροιστικά με τους αιώνες, είχαν τους περιορισμούς που είχαν οι δημιουργοί τους. Δεν τους ήταν αρκετή για να μεταφέρουν τη σκέψη τους με την ακρίβεια και την ταχύτητα που μπορούσαν. Μια ομάδα ανέλαβε να δημιουργήσει την νέα τους γλώσσα, ή έστω, να αποπειραθεί.
Όλα τα πειράματα και οι υψηλές επιστημονικές έρευνες διεξάγονταν από το μεσημέρι και μετά, καθώς τα πρωινά όλοι ασχολούταν με υψηλής ακρίβειας εργασίες: Όργωμα, τσάπισμα, άρμεγμα, τάισμα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Είχαν αγελάδες, άλογα, κατσίκες, πρόβατα. Καλλιεργούσαν σιτάρι και ρύζι, χάρη στο άφθονο νερό του ποταμού. Ήταν όλοι βοσκοί, αγρότες, ξυλουργοί και μηχανικοί, επιστήμονες και λόγιοι. Γάμος δεν υπήρχε ανάμεσά τους, ήταν πολύ έξυπνοι για να υποπέσουν στην πουριτανική ηθική της μονογαμίας. Απομυθοποίησαν το σεξ και το έβαλαν στην κανονική του θέση, όπως αυτή της τροφής, που ήταν πρώτα ανάγκη, μα και μετά απόλαυση. Κι έτσι όπως κάποιος πρέπει να απολαμβάνει τη τροφή με μέτρο, για να μη καταλήξει ασθενικός, αποκρουστικός φύσκωνας, έτσι κι αυτοί δεν διοργάνωναν ομαδικά όργια.
Απλούστατα επέλεγε ο καθείς τον ερωτικό του σύντροφο, για όσο ήθελε χωρίς περιορισμούς και ανόητες ηθικολογίες. Κάθε μέρα κάποιο νέο ανέκδοτο ή πείραγμα έκανε το γύρο του χωριού κι ομαδικά γέλια μέχρι δακρύων ακουγόταν, μακρινός αχός. Οι περισσότεροι ήταν γεννημένα πειραχτήρια, και δεν άφηναν κανέναν στην ησυχία του.
Έπιναν τον καφέ τους το πρωί, πολύ πρωί.
“Τι φοβάσαι;” τον ρώτησε βλέποντας πάντα αμέσως μέσα στη ψυχή του.
” Το μέλλον” της απάντησε. “για πόσο καιρό θα μας αφήσουν ήσυχους.”
“το βλέπεις και συ να έρχεται.” του χαμογέλασε.
“Εδώ δεν υπάρχει ηθική η απλή επιθυμία για ειρήνη Ορεστάκο” του είπε τρυφερά. ” ξέρουμε κι οι δύο πως η σύγκρουση θα έρθει κάποια στιγμή. Είναι αναπόφευκτη. Η φύση της όμως, πίστεψε με, θα είναι στην απόλυτη επιλογή μας”
Τότε δεν κατάλαβε τι ακριβώς του είπε. Τρία χρόνια αργότερα απόρησε άναυδος, από την πρόβλεψή της. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, πίνοντας τον καφέ του στο ίδιο φλιτζάνι. Μπαλκόνι σκαμμένο μέσα στο βράχο, με φυτά να το κατακλύζουν, καθισμένος στο πέτρινο παγκάκι, βλέποντας από μακριά τον απλό, ταπεινό τάφο της Μητέρας. Πόσο δίκιο είχε! Η φύση της σύγκρουσης είχε ήδη καθοριστεί. Ένα πάτημα πλήκτρου, και θα ανατρεπόταν τα πάντα.
Ήταν η βαθιά αγάπη που τον ωθούσε η ήταν αποστροφή για τα έργα των ανθρώπων; Πάντως αυτός ήταν καθάριος, υπέροχα καθάριος, με την καθαρότητα που μόνο η πλήρης αποδοχή μπορεί να προσδώσει, με την πληρότητα που μόνο η ανήδονη αγάπη δίνει.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τους μάζεψε όλους:
” Κοιτάξτε, ξέρω πως είστε όλοι κουρασμένοι, για αυτό θα είμαι σύντομη” όλοι γέλασαν. Ήξεραν πως το λακωνίζειν δεν ήταν ποτέ συνήθεια της Στέλλας. Όταν ξεκινούσε να σου πει κάτι το ανέλυε μέχρι τέλους. Την έσωζε μόνο το ότι ήξερε να μιλά εξαιρετικά καλά κι έτσι κρατούσε το ενδιαφέρον.
Γέλασε κι αυτή. Δις. Αυτή τη φορά θα ήταν όντως.
“θα σας το πω όπως έχει: ξεκίνησε από το δεξί μαστό, κι εξαπλώθηκε σχεδόν παντού, με την πιθανότητα θεραπείας σχεδόν απίθανη. Δεν επιθυμώ να μπω σε χημειοθεραπεία, σε έναν αγώνα εξαθλίωσης χωρίς αποτέλεσμα. “
Διακόσια και στόματα άνοιξαν κι έκλεισαν χωρίς να βγει λέξη, ένα βαθύ βουητό μόνο, στιγμιαίο.
“Την επόμενη εβδομάδα” συνέχισε, ” σας καλώ στο τελευταίο πάρτι των γενεθλίων μου. Θα έχουμε φαγητό, χορό, και μπορεί να σας τραγουδήσω κιόλας. Καληνύχτα.” Κατέβηκε από το πρόχειρο βήμα κι έφυγε περπατώντας αργά προς τη καλύβα της. Οι υπόλοιποι κοιτάζονταν μεταξύ τους, έκπληκτοι, και με σεβασμό. Ήξεραν πως είχε πάει στη πόλη για εξετάσεις, δεν φαντάστηκαν την έκβαση. Με τίποτα. Το πάρτι γενεθλίων μετατράπηκε σε κανονικό ξεφάντωμα, εξ’ αιτίας της κυρίως. Είχε μέχρι και μικρόφωνο.
“Δεν θέλω να βλέπω κατεβασμένες μούρες” τους είπε πριν αρχίσει. «Έζησα μια ζωή πιο πλήρη απ΄οσο τολμούσα να φανταστώ όταν μεγάλωνα. Έζησα την αρχή της Φυλής, και την αυγή του νέου, τιμή απίστευτη, και τρομερή χαρά μου. Το πάρτυ αυτό, γίνεται για να γιορτάσουμε μαζί, ακριβώς αυτή τη χαρά. Γι αυτό σκασμός, κι ας αρχίσει η μουσική” έκανε νόημα στον Πολυνείκη, που εκτελούσε χρέη D.J.
“Δώσε!”
Του φώναξε γελώντας.
Την επομένη ετοίμασε τις βαλίτσες της και ανακοίνωσε την πρόθεσή της. Άλλωστε είχαν κανονιστεί όλα. Στην Ελβετία, όπου υπήρχε ένα σοβαρό κι οργανωμένο κέντρο ευθανασίας. Η σωρός της έφτασε στο χωριό μερικές εβδομάδες αργότερα. Στην ταφή της, ήταν τα σιωπηλά ασταμάτητα δάκρυα που συγκλόνισαν τον Ορέστη, και τον έκαναν να βυθιστεί στους λυγμούς. Πρώτη φορά έκλαιγε με τέτοια ένταση. Ήταν αυτή που τον έσωσε από την τρέλα και τον ατελείωτο βασανισμό. Ήταν αυτή που τους έσωσε όλους. Επίσης, για πρώτη του φορά έζησε τον φοβερό και συντριπτικό πόνο της απώλειας.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Και τώρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο μπαλκόνι, έπινε τον καφέ του περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να αρχίσει ο βομβαρδισμός που είχε σκοπό να τους αφανίσει. Η σύγκρουση είχε αρχίσει. Και τη φύση της, την ήλεγχαν απόλυτα οι ίδιοι. Ταυτόχρονα γέλασε. Δεν είχαν την παραμικρή ιδέα τι τους περίμενε αυτοί οι αλαζόνες, που η ιστορία δεν είχε διδάξει τίποτα. θα μπορούσαν να τους συμπαθεί όλος ο κόσμος: κατάφεραν να τους μισούν δισεκατομμύρια.
Έχυσαν αίμα χιλιάδων, μόνο και μόνο για να αποκτήσουν φθηνό πετρέλαιο. Πυροβολούσαν οι στρατιώτες τους (συνήθως εικοσάχρονα παιδιά) ότι κινούνταν, για να ανακαλύψουν μετά αν ήταν εχθρός, ή παιδιά που έπαιζαν.
Τώρα, ήταν έτοιμοι να εξοντώσουν διακόσιες τριάντα ένα ψυχές, με την πρόφαση της τρομοκρατίας και των βιολογικών όπλων. Πότισαν τον κόσμο τους πως τα τέρατα με το μεγάλο κρανίο ήταν δόλια και κακόβουλα, ήθελαν να κάνουν ζημιά και να ανατρέψουν τα πράγματα: πόνταραν κι πάλι στην δύναμη που τους έδινε την νομιμοποίηση που ζητούσαν. Τον φόβο. Τον προαιώνιο ανθρώπινο εχθρό. Τάισαν τους πολίτες τους μ΄ αυτόν. Λόγω του μεγέθους της κεφαλής τους, τους ονόμασαν Σφυροκέφαλους όπως την ομώνυμη ράτσα καρχαριών.
Αρχικά, στα ίχνη τους μπήκε η CIA. Στον κυνήγι των χρημάτων απ όπου τροφοδοτούνται οι “τρομοκράτες” (όρος που επινοήθηκε κυρίως για όσους μάχονται χωρίς κρατική στολή) κι έπεσαν πάνω στα πολύ εντυπωσιακά τους κέρδη από το χρηματιστήριο.
Ντόπιοι άρχισαν να εμφανίζονται από το πουθενά, ρακένδυτοι, δήθεν για τροφή. Το χωριό κατάλαβε πως δεν ήταν απλά τα πράγματα, δεν πήγαινε πάντως το μυαλό τους τόσο μακριά (ακόμη). Τους περνούσαν μάλλον για κρατικούς πράκτορες που ήθελαν να βρουν τρόπους να εκμαιεύσουν κι άλλα χρήματα. Ευτυχώς που είχαν βρει τη σπηλιά. Όλα τους τα μυστικά ήταν φυλαγμένα στα έγκατά της.
Κατάφεραν να ανακαλύψουν με σχετική ευκολία πως ήταν άλλες μυστικές υπηρεσίες που τους παρακολουθούσαν, όταν μπήκαν στα ηλεκτρονικά τους ίχνη.
Η Σπηλιά.
Σαν από ειρωνεία της μοίρας (η μήπως ήταν εσκεμμένη πάντοτε έτσι κι εμείς είμαστε μ΄ έναν απρόσμενο τρόπο τα παιχνίδια της;) στο ίδιο μέρος που δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν, δερματοσκέπαστοι κυνηγοί καθόταν γύρω απ τη φωτιά προφυλαγμένοι απ τα θηρία, τα ίχνη τους κι οι ζωγραφιές τους ήσαν ακόμη στους τοίχους της μεγάλης αίθουσας.
Ίδιος τόπος, άλλος χρόνος :
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
μπροστά από τα χνάρια των πρώτων ζωγράφων, ο χώρος ήταν πλημυρισμένος από συσκευές και καλώδια βυθισμένος στο ημίφως, καθίσματα και σταθμοί εργασίας παντού. Δεν χρειαζόταν να εξασκούν μαγεία προσπαθώντας να ανταπεξέλθουν στις επιθυμίες τους όπως οι προηγούμενοι κάτοικοι της σπηλιάς. Βρήκαν τρόπο να κάνουν μάγια στην καθημερινότητα μέσω της υψηλής τεχνολογίας.
Η οροφή της αίθουσας βρισκόταν πάνω από τριάντα μέτρα ψηλά και σε πολλά σημεία σταλαγμίτες και σταλακτίτες είχαν ενωθεί, σχηματίζοντας κολώνες. Με εμβαδό να ξεπερνά τα χίλια πεντακόσια μέτρα, χωρούσε όλα τα σε δράση έργα της φυλής, κάνοντάς τη να μοιάζει με απέραντο εργαστήριο. Στη μέση της υπήρχε το κέντρο ελέγχου με τρία υπερυψωμένα μόνιτορ διαγωνίου τριών μέτρων μέτρα το καθένα κοίλα, σαν σε πλανητάριο.
Καθώς μπορούσαν να δουν σε οποιαδήποτε θερμοκρασία φωτός, ο έντονος φωτισμός τους ήταν κάπως ενοχλητικός. Έτσι, στην αίθουσα κυριαρχούσε ένα γλυκό ημίφως από led, σαν μπαρ, ή απαλό καφέ. Ήσαν όλοι τους καλά ντυμένοι εναντίον της υγρασίας που τρυπούσε κοκάλα, μην επιτρέποντας στους εαυτούς τους να τοποθετήσουν θερμαντικά μέσα. Κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε για πάντα το σύστημα που δημιούργησε το σπήλαιο. Εξ άλλου, η σταθερή του θερμοκρασία των 18c ήταν ότι έπρεπε για τη ψύξη των εκατοντάδων ηλεκτρονικών συσκευών που λειτουργούσαν μονίμως.
Σταλαγμίτες, σταλακτίτες, ημίφως, οι ζωγραφιές της λίθινης εποχής στο βράχο, υπολογιστές, γραφεία κι όργανα, αντιφατικό, σουρεαλιστικό και όμορφο το αποτέλεσμα αυτής τη σύνθεσης.
Εκεί λοιπόν, απέναντι από τα έργα των πανάρχαιων πρωτόγονων ζωγράφων -άλλος χρόνος, ίδιος τόπος- ανάσανε ο πρώτος κβαντικός υπολογιστής, με ισχύ δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από όση όλοι οι υπολογιστές του πλανήτη ταυτόχρονα.
“Σεβόμαστε και τιμούμε όλους αυτούς που με αυταπάρνηση, εργάστηκαν μέρα και νύχτα, τις περισσότερες φορές με μόνο κίνητρο την αγάπη για το αντικείμενο, για να φτάσουν οι υπολογιστές τους στις σημερινές επιδόσεις.
Από την άλλη, αυτό που ήταν το άπιαστο όνειρο των επιστημόνων τους, το καταφέραμε σε λιγότερο από δύο χρόνια”
Ελαφρά χειροκροτήματα ακούστηκαν από το ακροατήριο. Όπως πάντα, όλη η φυλή ήταν εκεί. Μπροστά του ήταν ένας μεγάλος μοχλός, όπως αυτοί των βιομηχανικών
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
ηλεκτρικών πινάκων. ” με μια κίνηση του χεριού μου” φώναξε χαμογελώντας “ετοιμάζομαι ν αλλάξω τον ρου της ιστορίας, της ανθρώπινης και της δικής μας.”
Γύρισε και τους κοίταξε έναν προς έναν. “έτοιμοι;” είκοσι δεκάδες “ναι” ακούστηκαν.
Κατέβασε με τη μια το μοχλό, για τερματίσει την αγωνία όλων, μαζί και τη δική του.
“Αέρα!” φώναξε με τα μάτια του να λάμπουν απ την έξαρση.
Κι έδωσε λέει…
Ο αέρας που σηκώθηκε, τους ανακάτευε τα μαλλιά, καθώς το ηλεκτρικό τους δίκτυο γονάτιζε απ το ένα gigavat ενέργειας που απορρόφησε με τη μια το μηχάνημα. Η καρδιά του, ένα διαφανές ορθογώνιο με μέγεθος κοντέινερ, σείστηκε κατά την έναρξη “να του βάλουμε ανάρτηση” η σκέψη πέρασε στιγμιαία στην άκρη του μυαλού του, κι ευθύς ένα σχεδιάγραμμα με τα απαραίτητα υλικά πέρασε τηλεοπτική εικόνα μπροστά απ τα μάτια του.
Με τα πάντα βυθισμένα μέσα σε υγρό, ο πυρήνας άρχισε την βασική ακολουθία, ένας μίνι τυφώνας που έμπαινε σε λειτουργία. Θύμιζε ενυδρείο. Έκαναν τα τοιχώματα διαφανή, έχοντας έτσι άμεση εποπτεία των περίπλοκων εξαρτημάτων. Βρήκαν τρόπο να βυθίσουν τα πάντα μέσα σε ένα υπεραγώγιμο υγρό χωρίς να καταστρέφονται κυκλώματα κι επεξεργαστές. Ήταν απόλυτα απαραίτητο για τη ψύξη του, που σύμφωνα με τις μετρήσεις θα ξεπερνούσε τους δυο χιλιάδες βαθμούς αν αφήνονταν άψυκτο. Μπορούσε να λιώσει απ την ίδια του τη θερμότητα. Ο κεντρικός επεξεργαστής, συνδυασμός οπτικού laser και χιλιάδων παράλληλων συμβατικών επεξεργαστών, ξεπέρασε τους δυόμισι τόνους. Το υγρό, τους βγήκε λευκωπό και ημιδιάφανο. Έτσι, τοποθέτησαν λαμπτήρες μέσα στο κοντέινερ, δίνοντάς του φως που αντανακλούσε λευκογάλαζο και κυματιστό στα τοιχώματα του σπηλαίου.
Οι οθόνες τρεμόπαιξαν, ξανατρεμόπαιξαν, τίποτα. Κόντευαν να λιποθυμήσουν απ την έλλειψη οξυγόνου. δεν ανάσαινε κανείς. Και μετά….
system
ok
ram
chek ok
roms
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
ok
operating ………
Εισπνοή απ τη μύτη και κατά την εκπνοή χίλια μύρια γέλια, κύμα χαράς που πέρασε μέσα από δυο εκατοντάδες κορμιά που χοροπηδούσαν και χόρευαν σαν παιδάκια.
Όταν κατασίγασε λίγο ο θόρυβος, ο Ορέστης ξαναμίλησε:
“Άρχισε η εποχή μας. Η εποχή του homo universalis. Πολλές φορές κάθομαι τα βράδια και σκέφτομαι το μέλλον μας: το βρίσκω λαμπρό. Μα δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τι θα γινόταν αν οι ανακαλύψεις μας πέσουν στα χέρια των ανθρώπων. Θα τις χρησιμοποιήσουν για να βελτιώσουν τις ζωές τους ανά την υφήλιο; Θα βρουν τρόπους να εξαλείψουν τις ασθένειες και την φτώχεια που εκείνοι εσκεμμένα δημιουργούν ακόμα και στους δικούς τους πολίτες; Η ιστορία τους δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Με αυτά τα μέσα, θα φτιάξουν νέα όπλα, νέες βόμβες, για να εξαλείψουν όχι τα προβλήματα, μα την παραμικρή αντίσταση απέναντί τους. Χιλιάδες ακόμη άμαχοι και παιδιά θα πεθάνουν από τα όπλα τους, χωρίς να δίνουν δεκάρα για τις ζωές τους.
Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να βρουν πρόσβαση στην τεχνολογία μας. Κι αν κάποια στιγμή έρθει η σύγκρουση, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι”
Όλη η φυλή συμφώνησε σιωπηρά. Ήξεραν ήδη τι εννοούσε.
Τα ντόπια υποζύγια της CIA που κατέφθασαν με το πρόσχημα των κρατικών επιθεωρήσεων δεν κατάφεραν να βρουν το παραμικρό, εκτός από ένα ιδιότυπο πλούσιο κοινόβιο που επιζητούσε την απλότητα. η φυλή πάντως βρήκε. Τους ψυλλιάστηκαν από τη πρώτη στιγμή .Επιθεώρηση από το υπουργείο ενέργειας; Πλάκα μας κάνετε;
Μπήκαν λοιπόν δορυφορικά στο δίκτυο τους. Ο κβαντικός τους υπολογιστής χρειάστηκε χρόνο που δεν είναι αντιληπτός από τα ανθρώπινα μέτρα για να μπει, να δει, και να εξαφανίσει κάθε ηλεκτρονικό ίχνος. Ήταν σε θέση να σπάσει οποίο κωδικό συστήματος υπήρχε σε χρόνο πολύ λιγότερο από δευτερόλεπτο. Αυτό σήμαινε πως με το πάτημα ενός πλήκτρου υπήρχε η δύναμη να προκληθεί παγκόσμιο χάος. Χρηματιστήρια, τράπεζες, αεροδρόμια, επικοινωνίες, ηλεκτρικά δίκτυα, οπλικά συστήματα, τα πάντα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Είδαν τις εντολές να διερευνηθεί το χωριό, για να διαπιστωθεί η αντιαμερικανική (!) τους δράση. Και καθώς οι ημεδαποί τους δούλοι έφυγαν άπραγοι, Ήταν οι σειρά των αλλοδαπών.
Δημοσιογράφοι.
Άρχισε η αλυσίδα των γεγονότων που τόσο των απασχολούσε, και που η Στέλλα είχε προβλέψει τόσο εύστοχα. Το ερώτημα ήταν τι θα έκανε τώρα η φυλή.
Και η απάντηση ήταν : συμβούλιο.
“Μπορούμε και να τους αρνηθούμε οποιαδήποτε είσοδο, ή να τους δεχθούμε. ” Είπε ο Ορέστης. “το θέμα είναι τι είναι πιο συνετό να κάνουμε”
Η συζήτηση κράτησε πολλές ώρες καθώς ήταν πολύ σοβαρή απόφαση. Εάν τους απέρριπταν, υπήρχε ο κίνδυνος να δαιμονοποιηθούν. Αν τους επέτρεπαν την είσοδο θα μπορούσε το θέμα να προβληθεί και να ξεχαστεί σαν σαπουνόφουσκα. Τελικά αποφάσισαν να τους δεχθούν, όχι απολύτως βέβαιοι για την ορθότητα της πράξης τους. Δίλημμα. Το αρχαιότερο βαθύ πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης και της φύσης τους.
Η σύμβουλος εθνικής ασφαλείας ήταν κομψά αραγμένη στον δερμάτινο πανάκριβο καναπέ της, διαβάζοντας αναφορές. Εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια σε έπιπλα και διακόσμηση. Ήθελε να αισθάνεται άνετα στο χώρο εργασίας της, κι είχε συνηθίσει την υπεροπτική γκριμάτσα τόσο, που έφτασε να τη κατέχει κι όταν ήταν μόνη. Μετά από λίγο σηκώθηκε και πήγε στον καθρέπτη. Ήταν η ώρα του ραντεβού με τον Πρόεδρο. Κοιτάχτηκε από πάνω μέχρι κάτω επιμελώς, και έδειξε τα δόντια της για επιθεώρηση. Τέλεια. Οι οδοντίατροι μπορεί να σου παίρνουν μια περιουσία, μα το αποτέλεσμα ήταν όντως εκθαμβωτικό. Η σκέψη της πήγε για λίγο στον άντρα της, που την έδιωξε αμέσως. Ήταν μαζί του εδώ και χρόνια μόνο για τα προσχήματα. Και καθώς τα παιδιά έλειπαν στα κολέγια τους, πήγαινε σπίτι μόνο για ύπνο. Ας είναι καλά τα πληρωμένα σώματα. Παίρνεις ότι θέλεις χωρίς καμία υποχρέωση.
Πήρε το ντοσιέ της και κατευθύνθηκε προς τη πόρτα, χρησιμοποιώντας το κομψό της βάδισμα.
“Καλησπέρα Κύριε Πρόεδρε” ήταν καθιστός στο γραφείο του, κι έβλεπε το CNN.
“Καλησπέρα Σύμβουλε” της απάντησε με τέλειο χαμόγελο, αυτό που του είχε μείνει από τις εκστρατείες, που χαμογελά μόνο το κάτω μέρος του προσώπου. Τα μάτια έμεναν απαθή κι ένας πιο προσεκτικός παρατηρητής δεν θα μπορούσε να καταλάβει εάν γελούσε ή έδειχνε τα δόντια του.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
” Η CIA ερευνά μια παράξενη υπόθεση. Ένα χωριό στην Μαδαγασκάρη που κατοικείται μόνο από λευκούς, όλοι τους με υδροκεφαλισμό, και που έχουν απίστευτα κέρδη από τα χρηματιστήρια’¨
” Τώρα θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε και με ανάπηρους;» της αντέτεινε .
” Δεν είναι τόσο απλό. Οι ντόπιοι βέβαια που στείλαμε δεν βρήκαν τίποτα, μα δεν είναι περίεργο; και που παν αυτά τα χρήματα;”
“Βρήκατε κάτι;”
“Οχι. Όχι ακόμη.”
“Τότε μη με απασχολείτε με απατηλές υποψίες. Στο επόμενο θέμα παρακαλώ.” Τον υπάκουσε, φυσικά. Και παρέλειψε να του πει πως στέλνουν “δικούς τους” δημοσιογράφους.
Έφτασαν τρία Βαν, δύο του CNN, κι ένα του ΒΒC. Τους υποδέχτηκαν στην άκρη του χωριού, χωρίς καμιά επισημότητα. Τράβηξαν τις λήψεις τους από τα ζώα, τις καλύβες, τις καθημερινές εργασίες, τις ανεμογεννήτριες. Όλοι τους φορούσαν τους σκούφους τους στο κεφάλι. Τους έβαλαν να φάνε, και μετά ζήτησαν συνέντευξη από τον αρχηγό. Τους απάντησαν πως απλώς δεν υπήρχε. Ζήτησαν τότε τον ιδρυτή ή έστω ότι παρόμοιο. Πήγε ο Ορέστης, που ακόμη σκεφτόταν πως θα απαντήσει στις ερωτήσεις που γνώριζε πως θα γινόταν.
Το πλατό στήθηκε στη βεράντα του Ορέστη. Ξύλο βαμμένο σκούρο μελί εμποτισμού. Χωρίς να γυαλίζει τίποτα. Πλαισιωμένο από αναρριχητικά φυτά, βοκαμβίλιες και τριανταφυλλιές, όμορφο μέρος. Συστήθηκαν και άρχισε η συνέντευξη.
“Τι κάνετε εδώ;”
«Πάσχουμε όλοι από μια μορφή ήπιου υδροκεφαλισμού, που είναι μάλλον μια γενετική δυσμορφία αν θέλετε να το πούμε έτσι. Αυτό μας καθιστά αυτόματα εκτός κοινωνίας, όπως αντιλαμβάνεστε. Για αυτό βρήκαμε τους πόρους, και κάναμε μια δική μας.”
“Γιατί στη Μαδαγασκάρη;”
“Δεν είναι υπέροχα εδώ;” του απάντησε και γέλασε. Μετά σοβάρεψε.
“θέλαμε ένα μέρος φυσικό και απομονωμένο. Εξάλλου οι τιμές των ακινήτων είναι πολύ πιο φθηνές εδώ, απ ΄ότι στην Ευρώπη.”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
“Οι θρησκευτικές σας πεποιθήσεις;”
Ο Ορέστης ξαναγέλασε, πιο δυνατά αυτή τη φορά. ” Ουσιαστικά όλες. Και καμία. Δεν θα βρείτε καμιά αίρεση εδώ, δεν είναι κοινόβιο ανθρώπων που έχουν κάποιο μεταφυσικό σκοπό. Ζούμε μακριά από την υπόλοιπη κοινωνία για προφανείς σωματικούς λόγους, κι εδώ που είμαστε τώρα, μπορούμε να ζήσουμε όπως θέλουμε εμείς, ελεύθεροι από κάθε είδους προκατάληψη”
“Τι εθνικότητας είστε;”
” Είμαι έλληνας, κι έχουμε κόσμο εδώ από παντού.”
“Τι πρέπει να κάνει κάποιος για να ενταχθεί στην ομάδα σας;”
Πάλι το χαμόγελό του ” Απλά να έρθει εδώ”
“Και μπορεί να φύγει όποτε το θελήσει;”
“Βλέπετε πουθενά κάγκελα;” γέλασαν και οι δύο.
“θα ήθελα τελειώνοντας να μας πείτε για τα μεγάλα κέρδη σας από τα διεθνή χρηματιστήρια”
Όπα! Πήγαμε τελικά στο ρεζουμέ. Οκ, πάρε τώρα να χεις. ” Τίποτα το σπουδαίο, απλά διαβάζουμε πολύ κι ίσως γιατί θέλουμε να ζούμε με απλότητα, δεν θεωρούμε αυτοσκοπό το χρήμα. Οπότε οι επενδύσεις μας είναι πολύ προσεκτικές, περιορισμένου ρίσκου πάντα. “
Η απάντηση που δεν είναι απάντηση, γνήσια πολιτική τέχνη των ανθρώπων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τους ξενάγησε στη βιβλιοθήκη των δεκάδων χιλιάδων τίτλων, και στο internet cafe.
Εκτός κάμερας, ρωτήθηκε αν υπήρχαν παιδιά στο χωριό. Του απάντησε πως μέχρι να διαπιστωθεί οριστικά η γενετική τους δυσμορφία, δεν μεταδίδεται κληρονομικά, δεν υπάρχει σκέψη από κανέναν τους για τεκνοποίηση. Τα παιδιά ήταν στη σπηλιά απ΄ το πρωί, κι έπαιζαν με το καινούργιο τους παιχνίδι, τον κβαντικό υπολογιστή. Ξαναπήγαν στη βεράντα του Ορέστη, για τη δεύτερη ξεχωριστή συνέντευξη, με το BBC. Τα ίδια και πάλι. Τους αποχαιρέτησαν κουνώντας τα χέρια φεύγοντας, κι αγωνία θα παρέμενε, μέχρι την προβολή του θέματος. Μπορούσαν να παραποιήσουν τα πάντα, και να τους δείξουν όπως θέλουν αυτοί καθώς οι «επισκέπτες» τους, κάθε άλλο παρά δημοσιογράφοι ήταν.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τέρατα, αιρετικούς, ναρκομανείς ή τρομοκράτες. Το βράδυ που έπεσε να κοιμηθεί, ακόμη αναρωτιόταν εάν είχαν πράξει το σωστό. Θα φαινόταν από το αποτέλεσμα. Αυτό είναι το μυστήριο και το τρομακτικό και ακόμη, το γοητευτικό με τη ζωή, ένα βιβλίο που πολλές φορές δεν έχεις ιδέα θα συναντήσεις στην επόμενή του σελίδα.
Τα βίντεο πήγαν αστραπιαία στα εργαστήρια των μυστικών υπηρεσιών, εξετάστηκαν καρέ-καρέ από μια ντουζίνα αναλυτές. Τίποτα το ύποπτο ή το αξιοπερίεργο. Παρέμενε πάντως μυστήριο το που πήγαιναν τα κέρδη, έτσι μια ομάδα άρχισε να ασχολείται με αυτό ως αποκλειστικό της καθήκον.
«Θα ήθελα να την δώ πριν φύγουμε» της είπε καθώς έτρωγαν.
Η Στέλλα κατάλαβε αμέσως : «θα κάνω ότι μπορώ» του απάντησε.
Δεν ξαναμίλησαν για αυτό τις επόμενες ημέρες καθώς οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις αλλά ο Ορέστης γνώριζε πως η Στέλλα δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, ακόμη και αν φαινόταν το αντίθετο. Είχε απλώς την αρχή να μην συζητά πάνω από μια φορά το ίδιο πράγμα και αντ’ αυτού, να ενεργεί.
Τη βρήκε. Ζούσε στην Μπότσαρη, είχε ξαναπαντρευτεί και είχε κάνει ακόμη ένα παιδί. Ο δεύτερος σύζυγος δάσκαλος και είχε κατά τα φαινόμενα ομαλή, ήρεμη ζωή.
Γνώριζε πως θα την ταράξει για αυτό την πήρε τηλέφωνο στο κινητό της σε ώρα που σχεδόν βέβαια ο σύζυγος θα έλλειπε στη δουλειά.
Της έπεσε το τηλέφωνο από τα χέρια ενώ η βαρύτητα συνέχισε να νικά : πέφτοντας από τη ζάλη χτύπησε με το μέτωπο στη γωνία του τραπεζιού. Αγνόησε το αίμα που κυλούσε ζεστό στο πρόσωπό της και ξανάπιασε το ακουστικό αγωνιώντας μήπως κόπηκε η γραμμή.
Ήταν ακόμη εκεί.
«Θέλει να σας δεί» της είπε πολύ απαλά η Στέλλα, μη πάθει και τίποτα.
Κανόνισαν την επομένη το μεσημέρι στον Λευκό Πύργο. Θα φορούσε μαύρο σκούφο ο Ορέστης, για να τον αναγνωρίσει.
Δεν αντάλλαξαν αριθμούς, καθώς μια συνεχόμενη επικοινωνία θα έκανε μάλλον κακό παρά καλό, κυρίως στην Ειρήνη που είχε πια μια καινούργια ζωή.
Η Στέλλα την διαβεβαίωσε πως η επικοινωνία και η συνάντηση θα έμεναν αποκλειστικά μεταξύ τους και την ενημέρωσε επίσης πως το βράδυ της συνάντησης θα έφευγαν στο εξωτερικό, πιθανότατα για πάντα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Στον σύζυγο είπε πως σκόνταψε και χτύπησε στην γωνία του τραπεζιού. Όχι τόσο μακριά από την αλήθεια.
Το ραντεβού ήταν στις μία και ο Ορέστης ήταν εκεί από τις δώδεκα. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά , που φοβήθηκε αρχικά.
Η ώρα δεν περνούσε με τίποτα…
Η Στέλλα, κρυφογελούσε μέσα της να τον βλέπει να μην μπορεί να μείνει ακίνητος από την ένταση, κάτι που έκανε πρώτη φορά. Επίσης όμως ανησυχούσε βαθιά, μην τυχόν και δεν εμφανιστεί η Ειρήνη με αποτέλεσμα μια μεγάλη, πολύ μεγάλη απογοήτευση.
Μια λεπτή μεσήλικη γυναίκα με επίδεσμο στο κεφάλι φάνηκε να τους πλησιάζει και να κοιτάζει τον Ορέστη. Στα μερικά βήματα απόσταση η Στέλλα ήταν πια σίγουρη:
«Ειρήνη;» της είπε «ναι» της ψέλλισε με φωνή βραχνή, κομμένη, με τα μάτια καρφωμένα στον Ορέστη, που κοίταζε κάτω, το δάπεδο.
Η Στέλλα αποχώρησε αργά, ευγενικά. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνει εκεί.
Σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε, με το ίδιο καθάριο καλοσυνάτο ύφος, την ανυπόκριτη αγάπη προς τους ανθρώπους.
«Ορέστη;»
Δεν μπορούσε να την πει μητέρα. Θα το ήθελε πολύ εκείνη την στιγμή, αλλά αυτός ο τίτλος ανήκε δικαιωματικά και αναμφισβήτητα στη Στέλλα.
«Καλησπέρα» της είπε αδέξια, δεν βρήκε κάτι άλλο να πει ενώ την ίδια στιγμή έβριζε τον εαυτό του για την ανοησία που ξεστόμισε.
Και λύθηκε στην αγκαλιά του.
Ο Ορέστης συνήθως υπόδειγμα ψυχραιμίας, αυτή τη φορά δεν άντεξε.
Όταν στέρεψαν οι λυγμοί, της σήκωσε το πρόσωπο και την κοίταξε κατάματα, πλήρης επίγνωσης και αποδοχής :
«Άκουσε με» της είπε με σταθερή, ήρεμη φωνή, ως αυτός να ήταν ο γονιός και εκείνη το παιδί.
«Δεν πειράζει.» της χαμογέλασε » Με ακούς; Δεν πειράζει. Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα».
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τον κοίταξε με τα δικά της μάτια κατακόκκινα αυτή τη φορά. Παρασύρθηκε από το αμετανόητο χαμόγελό του και του χαμογέλασε και εκείνη. Τον χάιδεψε όπως μόνο μια μητέρα μπορεί να χαϊδέψει, τον φίλησε όπως μόνο μια μητέρα μπορεί να φιλήσει, να αγκαλιάσει να κοιτάξει, να δεχθεί, άκριτα, ανυπόκριτα, χωρίς καμία προϋπόθεση, χωρίς τίποτε άλλο παρά την άπειρη αγάπη της.
Κάθισαν στο παγκάκι. Του είπε ακριβώς τι είχε συμβεί, προσπαθώντας διαρκώς να δικαιολογήσει τις πράξεις της, με τον Ορέστη να αρνείται πεισματικά κάθε δικαιολογία.
«Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με,» του έλεγε.
«Δεν υπάρχει τίποτα να συγχωρήσω» της απαντούσε.
Είχε μια αδελφή. Και έναν ετεροθαλή αδελφό. Κανείς τους δεν είχε το «σημάδι».
Τον ρώτησε αν ήθελε να τους δεί. Καλύτερα όχι, κατέληξε, ούτως ή άλλως έφευγαν την ίδια ημέρα και μάλλον τα κατά ήταν πολύ περισσότερα από τα υπέρ.
Χάρηκε όμως με τα νέα.
Φώναξαν τη Στέλλα να καθίσει μαζί τους και ο Ορέστης της ζήτησε να πει την ιστορία, αφού την όρκισαν να μην πει τίποτα σε κανέναν.
Ήταν αρκετά μορφωμένη για να καταλάβει πάνω – κάτω το τι συνέβαινε.
Το εμβρόντητο πρόσωπό της όταν τελείωσε η Στέλλα, ήταν ένα σχεδόν κωμικό μίγμα τρόμου, δυσπιστίας και αμφιβολίας.
Παραδίπλα στο γρασίδι ήταν ένας νεαρός που ξαπλωμένος διάβαζε ένα επιστημονικό περιοδικό, μάλλον για την πτυχιακή του. Η Στέλλα πήγε και του ζήτησε πολύ ευγενικά αν μπορούσε να το δανειστεί για λίγο. Απρόθυμα, της το έδωσε. Πήγε στο παγκάκι και το έδωσε στην Ειρήνη.
«Διάλεξε μια σελίδα.» της είπε. Αυτή την κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει τι της ζητά.
«Απλώς άνοιξε μια σελίδα.» το έκανε.
Την έδωσε στον Ορέστη που είχε μπει στο νόημα από ώρα, της έριξε μια ματιά πέντε δευτερολέπτων κι έδωσε ξανά το περιοδικό στην Ειρήνη, η οποία προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν και ένιωθε τελείως χαζή.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
«Τώρα άκου» της είπε χαμογελώντας πρόσχαρα η Στέλλα, προσπαθώντας να μη σκάσει στα γέλια. Πόσο μα πόσο καιρό ήθελε να το κάνει αυτό σε κάποιον, ειδικά στους «συναδέλφους» της.
Ο Ορέστης απήγγειλε το επιστημονικό κείμενο ( ένα άρθρο για την νανομηχανική ),
με ακρίβεια τυπογραφικού λάθους.
Η Ειρήνη δεν απάντησε. Οι πληροφορίες απίστευτες και μη, ήταν πάρα πολλές για το κεφάλι της. Κατάλαβε όμως. Το έδειξε το δέος που εξέπεμπε η ματιά της.
Πήγαν σε ένα καφέ και για τις επόμενες δύο ώρες ειπώθηκαν όλα όσα ήταν να ειπωθούν, γέλασαν με όλα όσα ήταν να γελάσουν και στεναχωρήθηκαν με όλα όσα ήταν να στεναχωρηθούν. Όταν τα λόγια στέρεψαν, αποχαιρετήθηκαν.
«Στο επανειδείν» της είπε, σπουργίτι χωμένο στην αγκαλιά του, μιας και την περνούσε ενάμιση κεφάλι.
«Να προσέχεις» του απάντησε.
Χώρισαν.
Για πρώτη φορά από τότε που ήταν παιδί, η Ειρήνη περπατούσε στους δρόμους κι ένιωθε ελεύθερη, πραγματικά ελεύθερη, λυτρωμένη.
Επιτέλους, επιτέλους.
Κάτι όμως την ενοχλούσε στην Στέλλα. Σαν να την ήξερε από κάπου και δεν μπορούσε να θυμηθεί. Έδιωξε την άνευ σημασίας ενόχληση και συνέχισε να καταδύεται στη χαρά της.
Σε όλες τις μονήρεις πολιτείες, οι υπηρεσίες ασφαλείας είναι πολυπληθείς και οργανωμένες άρτια με άπειρους πόρους, διαφανείς και αδιάφανους. Είχαν λοιπόν τα μέσα να εξαντλήσουν όλες τους τις διαδρομές για να βρουν, και δυστυχώς τα βρήκαν.
Δεν μπορείς να παραγγείλεις ρουμπίνια χωρίς τιμολόγιο, άσχετα αν θέλεις να τα χρησιμοποιήσεις για έρευνα στις ακτίνες laser. Δεν μπορείς να αγοράσεις δεκάδες κεντρικούς επεξεργαστές και μετά να καλύψεις όλα σου τα ίχνη, εκτός αν επιδοθείς πλήρως στο λαθρεμπόριο κάτι το χρονοβόρο και πιο επικίνδυνο. Βρήκαν αγορές για κιλά ρουμπινιού, που θα μπορούσαν να ερευνηθούν, όπως και εξωτικά υλικά όπως ζιρκόνιο και oxinium, τεχνητό διαμάντι επεξεργασμένο με υγρό οξυγόνο.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τίποτε απ όσα είδαν στο χωριό δεν δικαιολογούσε την ύπαρξη αυτών των υλικών.
Πήραν τηλέφωνο στο χωριό και ενημέρωσαν πως λυπούνται που η προβολή της εκπομπής αναβάλλεται επ΄αόριστο. Προβλήματα και ανακατατάξεις στο προσωπικό τους εμποδίζουν επί του παρόντος να προβάλουν τη τόσο ενδιαφέρουσα εκπομπή.
Κλίμα ανακούφισης, όσο και κάποιος προβληματισμός.
Από τη Στέλλα είχε διδαχθεί να ακούει πολύ σοβαρά το ένστικτο του ο Ορέστης, που τώρα τον προειδοποίησε πως αυτοί που είχαν έρθει δεν ήταν μόνο δημοσιογράφοι, ή δεν ήταν καν.
Τους το είπε. Και συμφώνησαν. ” Μάλλον περνάμε το σημείο απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός πια. Πιστεύω πως το μάτι τους έπεσε πάνω μας, όπως θα γινόταν κάποια στιγμή. Θα έρθουν, και θα προσπαθήσουν να πάρουν αυτά που ανακαλύψαμε, με κάθε τρόπο. Κι εμείς έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση να αμυνθούμε.”
Τώρα ήταν η στιγμή του θάρρους και της ετοιμότητας.
Το χρειαζόντουσαν όλο, καθώς αποστρέφονταν τη βία σ όλες τις μορφές της.
¨Τα οπλικά;” ρώτησε την ομάδα που ασχολούταν με το θέμα. “όλα έτοιμα, μαζί με το φορητά.”
“Συνεχίζουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, στις έρευνές μας, στα ζώα μας, στο γέλιο μας” χαμογέλασε “ότι είναι να γίνει θα γίνει, γι αυτό πάμε να χαρούμε που υπάρχουμε”
Διαλύθηκαν, σε μικρές παρέες που έκαναν το μόνο που μπορούσαν: συζητούσαν προβληματισμένοι.
Η σύμβουλος διάβασε τα καινούργια στοιχεία, και πήρε τηλέφωνο τον πρέσβη. Ο πρέσβης πήρε τηλέφωνο στους υποτελείς του, που έδρασαν με την ίδια πάντα απόλυτη προθυμία. Και το κλιμάκιο της εφορίας ξεκίνησε την επομένη να βρει που πήγαν τα υλικά. Άψογη οργάνωση, φόβος και ανταμοιβή, η χρυσή συνταγή για να εξουσιάζεις.
Έφτασαν απροειδοποίητα, τρία rover της αστυνομίας, ή έτσι νόμιζαν. Οι hackers του χωριού είχαν πρόσβαση σε όποιο δορυφόρο ήθελαν, κι έτσι τους είχαν εντοπίσει από χιλιόμετρα μακριά. Τους υποδέχθηκε ο Ορέστης.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Κατέβηκαν από τα οχήματα, πέντε με πολιτικά, και οχτώ πάνοπλοι αστυνομικοί, όλοι αφρικανοί. Ο πρώτος από τους πολιτικά ενδεδυμένους, μίλησε στον Ορέστη, στα αγγλικά.
“Υπάρχουν κάποιες αγορές πολυτίμων λίθων και άλλων υλικών που δεν μας έχουν δηλωθεί, και θα μας πείτε το γιατί, κύριε Μακρίδη.”
Το ύφος του ήταν έμπειρο, σκληρό.
“βεβαίως και θα σας πω”
του απάντησε με χαμόγελο ο Ορέστης.
” Οι αγορές έγιναν πρόσφατα, και δεν προλάβαμε να έρθουμε στη πόλη, είναι και η απόσταση ξέρετε.”
Ο άλλος τον κοίταξε ψυχρά από πάνω μέχρι κάτω.
” ο νόμος λέει πως πρέπει να δηλώνονται αμέσως, αλλά αυτό θα το συζητήσουμε μετά. Πρώτα θα μας οδηγήσετε στα υλικά, οικειοθελώς”.
Εδώ είμαστε. Τι να τους δείξει; Τα ρουμπίνια που έχουν όλα μετατραπεί σε υψίσυχνα lazer εξωτικής απόδοσης και ισχύος; Άστο καλύτερα.
“βεβαίως,” τους απάντησε.
” πάμε στην αποθήκη.”
Άρχισαν να περπατούν, με τον Ορέστη ανάμεσά τους, κι οι αστυνομικοί με τα όπλα στο χέρι, προσεκτικοί.
Κανείς δεν πρόσεξε, (δεν θα μπορούσαν βέβαια) τις έντεκα μικροκυματικές δέσμες που τους χτύπησαν με εκατόν είκοσι volt τον καθένα, και τους έριξαν ημιαναίσθητους στο έδαφος. Πίσω απ τα σπιτάκια, πετάχτηκαν τρέχοντας με ψυχραιμία οι σκοπευτές, και τους αφόπλισαν πριν συνέλθουν. Τους έδωσαν νερό, και τους έβαλαν να καθίσουν μέχρι βρουν ξανά την ανάσα τους. Τους κοίταζαν κατατρομαγμένοι, και δεν έκαναν τη παραμικρή κίνηση, καθώς κάτι περίεργα πλαστικά όπλα τους σημάδευαν.
” λυπούμαστε πραγματικά για αυτό που έγινε κύριοι”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
τους ενημέρωσε ο Ορέστης με ήρεμη ουδέτερη φωνή. “Δεν μπορούμε ωστόσο να σας επιτρέψουμε πρόσβαση στις εγκαταστάσεις μας”
Τον κοίταζαν σιωπηλοί, κι ήταν έκδηλο στα πρόσωπά τους πως ανησυχούσαν για τη ζωή τους. Τους καθησύχασε.
“δεν μας αρέσει η βία, για αυτό μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να σας βλάψουμε. Αυτή τι στιγμή που μιλάμε, αφαιρούνται οι ασύρματοι από τα οχήματά σας και θα σας ζητήσω να μου παραδώσετε τα κινητά σας τηλέφωνα. Αύριο το πρωί θα μπορέσετε να φύγετε.”
Έτσι κέρδιζαν μια μέρα. δεν είχε κανένα νόημα να τους κρατήσουν ομήρους, καθώς θα τους επιτίθονταν αμέσως, πράγμα που θα γινόταν ούτως η άλλως, μόλις επέστρεφαν. Και δεν θα είχαν τη κοινή γνώμη να τους αποκαλεί απαγωγείς και τρομοκράτες, για την ώρα. Τους άφησε με σκοπούς, μέσα κι έξω από τη καλύβα του και πήγε στη σπηλιά. Όλοι εκεί μέσα δούλευαν πυρετωδώς κι ο Πρωτέας, ο Κβαντικός υπολογιστής, εκτελούσε χιλιάδες εργασίες ταυτόχρονα. Είχαν χακάρει ότι δορυφόρο υπήρχε, γνωστό και άγνωστο. Όλα τα κυβερνητικά προγράμματα on line, ήταν στον έλεγχό τους, χωρίς κανένα ίχνος.
“Κατάσταση;” Ρώτησε.
“όλα έτοιμα”
του απάντησε ο αδερφός του, ο Πολυνείκης. Ήταν ο επικεφαλής των hackers, καθώς εδώ και χρόνια δεν ξεκολλούσε το μάτι του απ την οθόνη του υπολογιστή του. Και τώρα, χειριστής του Πρωτέα, ήταν στον παράδεισό του. Παρακολουθούσε πέντε μεγάλα μόνιτορ ταυτόχρονα, με την ίδια άνεση σαν να ήταν ένα. Δίπλα του ήταν ένα παχύ βιβλίο, ενωμένο με συρραπτικό. Εκτύπωση αρχείου από το διαδίκτυο.
“Μπορώ;”
τον ρώτησε απλώνοντας το χέρι προς τα κει. Ο Πολυνείκης τους έγνεψε καταφατικά με το πηγούνι, καθώς τα μάτια του κινούνταν με ταχύτητα από το ένα μόνιτορ στο άλλο. Το πήρε, κι έκατσε σε ένα κάθισμα μερικά μέτρα πιο κει. Ήταν μια σειρά από στρατιωτικά εγχειρίδια και αποσπάσματα συγγραμμάτων. Το άνοιξε και ξεφύλλισε τις υπογραμμίσεις. Δεν είχε η πράξη του κανένα νόημα βέβαια, αφού από τις εφτακόσιες τριάντα σελίδες του θυμόταν και κάθε σημείο στίξης. Ήθελε να απασχολήσει λίγο το μυαλό του. Βρήκαν και κατέβασαν τα στρατιωτικά εγχειρίδια των αμερικανών για το πως διεξάγεται μια μάχη, πως γίνεται αποτελεσματικότερη η άμυνα, πως διεξάγεται με επιτυχία ο ηλεκτρονικός και ο ψυχολογικός πόλεμος.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Ποια είναι η διοικητική διάρθρωση, πως γίνονται οι ασκήσεις. εδώ και τρεις μήνες όλο μα όλο το χωριό είχε μάθει το κείμενο απ έξω. Κι είχαν πολύ εμπειρία οι αμερικανοί από πόλεμο. Να ναι καλά. Τους χάρισαν πολύτιμη γνώση για κάτι το οποίο δεν είχαν την παραμικρή ιδέα.
Τους τάισαν, τους έβαλαν στα αυτοκίνητα, τους αποχαιρέτησαν, και τους είδαν σπάνε σχεδόν τα σασμάν, για να φύγουν γρήγορα. Κι είχαν εφτά ώρες δρόμο μπροστά τους. Πολύ καλά.
Οι υποτελείς πήραν τον πρέσβη. Ο πρέσβης πήρε τον “στρατιωτικό ακόλουθο” της πρεσβείας του. Αυτός πήρε το αφεντικό του στο Langley. Το αφεντικό του είδε το δικό του αφεντικό, που πήρε αμέσως τη σύμβουλο, κι αυτή πήγε στο Μεγάλο Αφεντικό.
Είχε το υφάκι ΄σας τα ‘λεγα εγώ΄ όταν μπήκε στο γραφείο του.
“βρήκαμε κάτι αγορές που δεν μας άρεσαν, από τους ανάπηρους”
είπε τονίζοντας τη τελευταία λέξη. Ο πρόεδρος το άφησε να περάσει.
“Ειδοποιήσαμε την εφορία τους, που πήγε να τους επισκεφτεί συνοδεία ένοπλων αστυνομικών. Βλήθηκαν από άγνωστης μορφής και ενέργειας μικρό όπλο που τους καθήλωσε, τους αφόπλισαν, και το επόμενο πρωί στους άφησαν ελεύθερους. “
σηκώθηκε, κι έβαλε να παίξει ένα dvd.
Ήταν από το ρεπορτάζ.
“είναι το χωριό τους, “
του είπε. Ο πρόεδρος είδε τα πλάνα και τη συνέντευξη αμίλητος.
“Οι αναφορές των αστυνομικών” συνέχισε η σύμβουλος,
«μιλάνε για κάτι σαν ηλεκτροσόκ, που τους ήρθε από το πουθενά” .
Ο πρόεδρος τεντώθηκε. Όπλα. Υπεροπλία. Το όνειρό του να ζήσει σε ένα κόσμο απόλυτης κυριαρχίας. Δεν ήταν αστείο το θέμα. Τα ήθελε.
“άσε τις τοπικές αρχές να το χειριστούν επίσημα” της είπε ψυχρά
“και βάλτε και μερικούς δικούς μας μέσα. φροντίστε να πάρουμε αυτά τα μαραφέτια, αν είναι έτσι. “
Σήκωσε το τηλέφωνο. “Πάρτε μου το διευθυντή της CIA” ζήτησε από τη γραμματεία.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
“είναι ήδη εδώ κύριε πρόεδρε” του απάντησε η σύμβουλος.
«Αυτός με ενημέρωσε.»
Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά. Διευθυντής, υποδιευθυντής, πρέσβης, στρατιωτικός ακόλουθος, πράκτορες. Τρεις ώρες αργότερα, η δύναμη ήταν έτοιμη.
Τριάντα πάνοπλοι στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων της Μαδαγασκάρης, ανάμεσά τους πέντε αφροαμερικανοί πράκτορες, για να μη ξεχωρίζουν. Μανία που είχαν αυτοί οι άνθρωποι με τα προσχήματα. Δύο apache ελικόπτερα, κι ένα μεταγωγικό sinuk σηκώθηκαν στον αέρα νύχτα, για μια πτήση δύο ωρών.
Ο αρχηγός τους: “άντρες, εκεί που πάμε, αφόπλισαν κι αιχμαλώτισαν έξι συναδέλφους σας μέσα σε δευτερόλεπτα. Είναι κάτι ελεεινά τέρατα με τεράστια κεφάλια, που νομίζουν πως μπορούν να κάνουν ότι γουστάρουν. Για αυτό μη διστάσετε να τους βαρέσετε στο ψαχνό. θα το πληρώσουν ακριβά αυτό που έκαναν.”
Ήταν όλοι σκληραγωγημένοι κι εκπαιδευμένοι στον πόλεμο χρόνια.
” Έρχονται” είπε ο Πολυνείκης από την ενδοσυνεννόηση.
Τον άκουσαν όλοι. Τα παιδιά ήταν ήδη βαθιά μέσα στη σπηλιά στο δικό τους δωμάτιο και τα ζώα είχαν όλα διωχθεί αρκετά χιλιόμετρα πιο πέρα. Δεν χρωστούσαν τίποτα, αν στράβωνε το πράγμα. “θέσεις μάχης” είπε ο Ορέστης, ακολουθώντας κατά γράμμα το εγχειρίδιο. Τους έβλεπαν στα μόνιτορ να κατευθύνονται προς το χωριό, και δεν τους άρεσε καθόλου αυτή η αγωνία που προκαλεί ο χρόνος. Δυο ώρες ακόμα. Καθώς περνούσε δίπλα από τον Πολυνείκη, του ‘ρίξε μια τόσο θανατηφόρα τσιμπιά που τον έκανε να πεταχτεί απ το κάθισμα. “στην έφερα” του ‘πε κι έσκασε στα γέλια, όπως και όλοι, μαζί με τον Πολυνείκη.
Κάτι έπρεπε να κάνει για να μειωθεί η ένταση.
Κι έφτασαν. Μέσω δορυφόρου, η σύμβουλος έβλεπε την επιχείρηση να διεξάγεται. Θα ήταν πολύ ικανοποιημένη αν από τη πρωτοβουλία της, αποκτούσαν και μια καινούργια τεχνολογία. Όσο για αυτούς τους μπάσταρδους κεφάλες, τα ‘θελαν και τα ‘παθαν. Κανείς δεν αντιστέκεται στην Αρχή. Και αυτοί ήταν η Αρχή. Και το τέλος. Η όλη επιχείρηση ήταν μυστική φυσικά, όπως εκατοντάδες άλλες που έχουν πραγματοποιηθεί σ΄ολο το κόσμο χωρίς ποτέ να μαθευτεί τίποτα. Οι πολίτες τη δουλειά τους. Κι εμείς τη δική μας.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τα ελικόπτερα πετούσαν πολύ χαμηλά, πάνω από το ποτάμι. Θα τους την έπεφταν λίγο έξω από το χωριό, πριν προλάβουν να αντιδράσουν.
“διόπτρες.”
Φώναξε ο αρχηγός, κι όλοι υπάκουσαν αμέσως.
“Πέντε λεπτά” τους είπε, κι φωτισμός άλλαξε σε κόκκινο. Τα ελικόπτερα σταμάτησαν σε αιώρηση, δίπλα στην όχθη του ποταμού, εκατό και κάτι μέτρα απ το χωριό. Δέκα μέτρα ύψος χοντρά μαύρα σχοινιά απλώθηκαν προς το έδαφος. Τα apache έκαναν αθόρυβες γύρες σε μικρή απόσταση από το σινούκ.
Ο Ορέστης, όπως και οι υπόλοιποι, τους έβλεπε πεντακάθαρα στο μόνιτορ, και πριν τα σχοινιά ακουμπήσουν έδαφος, άνοιξε το στόμα του. “Αναχαιτίστε”
Ο Πολυνείκης, πάτησε ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί και τα φώτα τρεμόπαιξαν από την ξαφνική άνοδο της τάσης. Η συσκευή του Ηλεκτρομαγνητικού Παλμού είχε τοποθετηθεί σε μια από τις καλύβες για να μη βλάψει τα δικά τους συστήματα.
Δεν ήταν κάτι το καινούργιο. Παρατηρήθηκε πρώτη φορά στις πυρηνικές δοκιμές, και νέκρωνε οτιδήποτε το ηλεκτροηλεκτρονικό σε απόσταση χιλιόμετρων. Εδώ και δεκαετίες οι Ρώσοι είχαν βρει τρόπο να τον παράγουν χωρίς την παρουσία πυρηνικής έκρηξης. Η συμβολή της φυλής, ήταν πως είχε βρει τρόπο να τον κατευθύνει όπου ήθελε.
Τους βρήκε σε ύψος που θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Τα δύο apache έπεσαν ευτυχώς μέσα στο ποτάμι, και το νερό μείωσε τη πρόσκρουση. Όσο για το σινούκ… Την ίδια ώρα της αποβίβασης κει πάνω στην πολεμική τους αδρεναλίνη, ήρθε η καταραμένη η βλάβη και το ελικόπτερο άρχισε να κουνιέται σαν τρελό. “Ανάθεμα” φώναξε ο αρχηγός καθώς έχαναν απότομα ύψος, κι οι μηχανές σιγούσαν. Μέσα στο πιλοτήριο, ξαφνικά έσβησαν τα πάντα. Έπεσε με τη κοιλιά στο χώμα, κάνοντας απίστευτο θόρυβο. Τους έσωσε τη μηδαμινό ύψος και το μαλακό χώμα της όχθης. Η πρόσκρουση, τους ταρακούνησε τα κορμιά για τα καλά, μα ήταν εκπαιδευμένοι στρατιώτες.
“Όλοι έξω!” ούρλιαξε ο αρχηγός, για να ακουστεί η φωνή του πάνω από τα βογκητά. Άρχισαν να βγαίνουν ζαλισμένοι, παραπατώντας, μερικοί σερνάμενοι, μάλλον τραυματίες. Σε λίγο συνήλθαν και έψαξαν με τρόμο το χώρο γύρω τους για τον εχθρό.
“Τη πατήσαμε άσχημα” Είπε στον εαυτό του, κι έκανε να μιλήσει στον ασύρματο. Τζίφος. Έτρεξε στο πιλοτήριο, καθώς οι άντρες δίπλα του ασφάλιζαν την περίμετρο.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Οι πιλότοι προσπαθούσαν ακόμη να λύσουν τις ζώνες. Τους αγνόησε. Πήρε το μικρόφωνο του ασυρμάτου. Μηδέν. Βγήκε έξω, κι έψαξε με τρελή αγωνία που προσπαθούσε να κρύψει, έναν απ τους άντρες του. Τον βρήκε καθισμένο στο χώμα να κρατάει το σπασμένο χέρι του και να σφαδάζει από τον πόνο. έβαλε το χέρι του μέσα στο γιλέκο, κι έβγαλε ένα δορυφορικό κινητό τηλέφωνο. Πάτησε το κουμπί, το ξαναπάτησε, και μετά το πέταξε κάτω βρίζοντας έξαλλος. Οι πράκτορες που είχε μαζί, προσπαθούσαν να κάνουν το ίδιο, χωρίς αποτέλεσμα.
Άρχισε να υποπτεύεται πως η βλάβη δεν ήταν καθόλου βλάβη. “Τα apache;” τους ρώτησε φωνάζοντας, “που είναι τα apache;” η ερώτηση απαντήθηκε μόνη της, καθώς είδε τους πιλότους να πλησιάζουν με κόπο, πεζοί. Το μυαλό του προσπαθούσε να χωνέψει της ιδέα πως τους επιτέθηκαν με κάποιο απίστευτο τρόπο.
Την ίδια στιγμή, μια φωνή στα αγγλικά ακούστηκε από μεγάφωνο: “Κύριοι, δεν έχουμε τίποτα μαζί σας. Αφήστε όλοι τα όπλα σας. Εγγυόμαστε πως δεν θα σας πειράξουμε. Αν το θέλαμε, θα ήσασταν ήδη νεκροί”
Οι πράκτορες πήγαν να απαντήσουν, μα τους πρόλαβε ο αρχηγός. Η παρτίδα δεν είχε τελειώσει ακόμη.
“Άντε και γαμηθείτε” τους απάντησε πολύ θυμωμένος,
“θα σας καθαρίσουμε όλους μαλακισμένα”
Αυτό έλειπε αυτοί οι άσχημοι ανάπηροι να τους κάνουν να παραδοθούν. Οι πράκτορες έτρεξαν προς το μέρος του για να τον σταματήσουν, μα τους πρόλαβε ο Ορέστης. “τώρα” είπε ανέκφραστος στον ασύρματο. Οι στρατιώτες φορούσαν τις διόπτρες για να δουν στο σκοτάδι, κι έβλεπαν. Η φυλή απλά γύρισε τη ματιά της στο υπέρυθρο, κι όλος ο κόσμος έλαμψε στη στιγμή.
Μια από τα ίδια. Τους βρήκε το ρεύμα από τα πλαστικά όπλα, και τους έριξε με σπασμούς στο έδαφος, ανίκανους να αντιδράσουν για λεπτά. Η δόση ήταν λίγο μεγαλύτερη αυτή τη φορά. Τους αφόπλισαν με το κλασσικό τρόπο, ήτοι: απλώς πήγαν εκεί και μάζεψαν τα όπλα. Τα πήραν και τα έκρυψαν βαθιά μέσα στη σπηλιά, και μέχρι οι στρατιώτες και οι πιλότοι να συνέλθουν, ήταν όλοι καθισμένοι με τα χέρια δεμένα πίσω από τη πλάτη τους. Ο Ορέστης και ο Πολυνείκης πήγαν εκεί.
Τους μίλησε χαμογελαστός, για να τους καθησυχάσει.
” δεν θα σας πειράξουμε. Η σωματική βία μας είναι άγνωστη. Μη γελιέστε όμως, αν προσπαθήσετε να αντισταθείτε, θα σας ηλεκτροδοτήσουμε ξανά. Έχετε τραυματίες;”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Είχαν. Ένας με σπασμένο χέρι, κι ένας ακόμη με μάλλον σπασμένα πλευρά. Ήρθαν κι άλλοι με φορεία, τους τοποθέτησαν με προσοχή πάνω, κι εξαφανίστηκαν πεζοί μέσα στο σκοτάδι.
“οι συνάδελφοί σας θα πάρουν τη καλύτερη ιατρική περίθαλψη που μπορεί να υπάρξει, δεδομένων των συνθηκών” τους ενημέρωσε ο Πολυνείκης. Τώρα, σηκωθείτε αργά σας παρακαλώ, κι ακολουθήστε μας”.
Το έκαναν χωρίς να χρειαστεί δεύτερη κουβέντα. άλλωστε τους είχαν φερθεί αξιοπρεπώς μέχρι τώρα. Η φάλαγγα χρειάστηκε είκοσι λεπτά περίπου για να φτάσει στο χωριό. Αναγκάστηκαν να αλλάξουν στα γρήγορα από το υπέρυθρο στο ορατό φάσμα. καθώς ο φωτισμένος χώρος τους τύφλωνε. Τους παρέδωσαν στην καλύβα του Ορέστη, μα ήταν πάρα πολλοί για εκεί μέσα. Έτσι τους μοίρασαν σε τρεις καλύβες με πολυάριθμη φρουρά. Τους έδωσαν τρόφιμα και νερό, τους είπαν και καληνύχτα.
Πολύ αιφνιδιασμένη ακόμη και για να νευριάσει με το απίστευτο θράσος αυτών των υδροκέφαλων άσχημων τεράτων, παρακολουθούσε τα γεγονότα από δορυφόρο, μέσα στην ειδική αίθουσα της CIA μαζί με τον διευθυντή της.
“Γαμώτο” σφύριξε μέσα από τα δόντια της. Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη, κι αυτός της ανταπέδωσε το βλέμμα. “Άσε τους ντόπιους να τους εξαφανίσουν” της είπε.
“Έκαναν καλά τριάντα. να τους δούμε απέναντι σε τριακόσιους.”
Κι ειδικά τώρα, έπρεπε να εξαφανιστούν. Ήταν δική της ιδέα, δική της επιχείρηση, διακινδύνευε τη φήμη της. Κι αν χανόταν καμιά εκατοστή από αυτά τέρατα, κακό το κεφαλιού τους. Να μάθουν άλλη φορά να μην αντιστέκονται. Μα τέλος πάντων ποιοι νόμιζαν πως ήταν, οι Γαλάτες; Ένα χωριό ενάντια στη Ρώμη; Και ποιός ενημερώνει τώρα τον πρόεδρο. Η δεν τον ενημερώνει. ” είναι καλύτερα να μην πούμε τίποτα ακόμα” είπε στον διευθυντή, που κατένευσε. “μέχρι να ολοκληρωθεί η επιχείρηση”. Συμφώνησαν. Άλλωστε ήταν θέμα ωρών.
Πίσω στο στρατόπεδο των ειδικών δυνάμεων επικρατούσε πυρετός προετοιμασιών. Τα νέα είχαν έρθει αστραπιαία. Μικρά αφεντικά, μεγάλα αφεντικά, διευθυντές, υποδιευθυντές, ακόλουθοι, τηλέφωνα ασύρματοι κινητά εντολές, χαμός. Όλα για το πληγωμένο γόητρο των όπλων. Πως τόλμησαν να κάνουν κάτι τέτοιο;
Ξεκίνησαν ξανά. Δέκα φορές περισσότεροι και με βαρύ οπλισμό. Τεθωρακισμένα και βαριά πυροβόλα όπλα τους συνόδευαν, με τη βεβαιότητα της απόλυτης συντριβής του εχθρού.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Δεν ήξεραν το τι μπορεί να τους περιμένει κι είχαν έτσι κάποια δικαιολογία για την υπεροψία τους, για την οίηση που κατέχει αυτόν που ξεκινά με την υπεροπλία σίγουρη στο τσεπάκι του. Τι ωραία! Ξεκινούσαν πάντοτε πολέμους όντας απολύτως βέβαιοι για την έκβαση, και αφού συνέτριβαν αεροπορικώς τον εχθρό, τότε και μόνο τότε ανέπτυσσαν χερσαίες δυνάμεις. Μόνο που τώρα τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά.
Ήταν ένα χωριό ασχημομούρηδων.
Τρία χιλιόμετρα έξω από το χωριό τους βρήκε κι αυτούς, το κακό συναπάντημα.
Ο ηλεκτρομαγνητικός παλμός παρέλυσε τα μηχανήματα και το ηλεκτροσόκ τους ίδιους.
“Δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε κι αυτούς” του είπε ο Πολυνείκης καθώς περπατούσαν ανάμεσα στους καθισμένους και ακίνητους στο χώμα άναυδους αιχμαλώτους.
” είναι πάρα πολλοί για να τους ελέγξουμε” Ο Ορέστης συμφώνησε αναγκαστικά. Τούς έστειλαν πίσω περπατώντας, αυτούς και τους πρώτους τριάντα. Τους έδωσαν νερό και φορεία για τους λίγους τραυματίες, τους ευχήθηκαν καλή πορεία.
“Κοίτα να δεις, χαμογελάνε κι όλας οι μπάσταρδοι” μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο διοικητής. Άρχισαν την πορεία τους με το κεφάλι σκυμμένο, ηττημένοι και ντροπιασμένοι, η χειρότερη τιμωρία ενός στρατιώτη.
Το συμβούλιο της Φυλής, δηλαδή όλοι, συγκαλέστηκε αμέσως. “να δείτε που τώρα θα περάσουν στους βομβαρδισμούς. Δεν έχουν άλλη λύση.” είπε ο Ορέστης, και οι περισσότεροι συμφώνησαν.
Ήταν έτσι. ” Οι συστοιχίες laser;” ρώτησε. “Έτοιμες!” απάντησε ο επικεφαλής της ομάδας που ασχολούνταν με το θέμα, ένας θεόρατος γροτσέσκος τύπος από τη Τσεχία, ανάμεσα στους πρώτους που ανέσυραν ο Ορέστης κι η Στέλλα απ τη λήθη. Σχεδόν δυο μέτρα ύψος, αδύνατος και κυρτός, με το προτεταμένο του τεράστιο μέτωπο, μια άφθαστη ηλεκτρονική ιδιοφυΐα.
Χάρη σ΄ αυτόν και μερικά κιλά ρουμπίνια, έφιαξαν τις ισχυρότερες ακτίνες συμπυκνωμένου φωτός που έχουν υπάρξει. Μπορούσαν να σκαλίσουν την πέτρα στην επιφάνεια της σελήνης εάν το ήθελαν, κι αυτό με πολύ μικρότερη κατανάλωση ενέργειας από πριν. “Ευχαριστώ. Και τώρα αδελφοί μου, επειδή η όποια αναμονή θα είναι αγωνιώδης και έχουμε να κάνουμε και δουλειές, καληνύχτα σας !”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τα γέλια ακούστηκαν έντονα και ηχηρά, καθώς τα είχαν ανάγκη, Γύρισαν στις καθημερινές τους εργασίες ενώ όλοι πια γνώριζαν πως οι μέρες της ησυχίας τους είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Μπορούσαν μόνο να νικήσουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους αφήσουν ήσυχους κάποια στιγμή. Αυτός ο αγώνας μπορεί να κρατούσε μήνες.
Ξαπλωμένος κοιτούσε το ταβάνι, ήρεμος και σκεπτικός. “Αυτή είναι μια μάχη χωρίς τέλος” μονολόγησε. “πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να σταματηθεί μόνιμα αλλά ποιός είναι γαμώτι μου;”
Στο γραφείο του Προέδρου όλα τα σαγόνια ήταν σφιγμένα, με τον ίδιο τρόπο που σφίγγουν του καρχαρία όταν ξαφνικά ανακαλύπτει πως ανάμεσα στα δόντια του που έκλεισαν με πάταγο, δεν υπάρχει θήραμα.
“Γιατί δεν ενημερώθηκα;” είπε και τους κοίταξε με το κακό του βλέμμα, εκείνο που είχε για περιπτώσεις ανυπακοής.
Του απάντησε ο αρχηγός της CIA. ” Δεν το θεωρήσαμε σημαντικό, κύριε πρόεδρε” είπε προσπαθώντας να υποβαθμίσει το θέμα. “εξάλλου ήταν μια επιχείρηση σ ένα χωριουδάκι”
“το χωριουδάκι όμως, τους έβαλε τρικλοποδιά και μάλιστα με τρόπο αδιανόητο” του απάντησε ο πρόεδρος κοιτάζοντας τον με τρόπο που να του λέει με σιγουριά πως είναι άχρηστος.
“Σύμβουλε, τι ξέρουμε για αυτούς;” τη ρώτησε , κοιτάζοντας ακόμη κατάματα τον αρχηγό.
“Σχεδόν τίποτα” του απάντησε η συνοφρυωμένη από την αταξία της πολιτικός. ” η αγορά του χώρου έγινε στο όνομα κάποιας Στέλλας Αδαμαντίδου, ελληνίδας με σπουδές και εργασία σε μας. ¨Ήταν παιδοψυχίατρος με άριστες σπουδές. Για ένα διάστημα δίδαξε στο Columbia, και μετά πήγε στη πατρίδα της. “
“Ήταν;” πάντα παρατηρητικός.
“Πριν από τρία χρόνια, έκανε ευθανασία στην Ελβετία, με διάγνωση ανίατου καρκίνου”
“οι υπόλοιποι;”
“Τίποτα. ψάχνουμε να βρούμε πότε μπήκαν στη χώρα, και με ποιά διαβατήρια.” Επίσης πρέπει να σας αναφέρω πως όλοι μα όλοι έχουν ένα πανομοιότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα. Έχουν δύσμορφο κεφάλι, με προτεταμένους τους
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
κροταφιαίους λοβούς. Ορίστε.” του έδωσε μερικές φωτογραφίες από δορυφόρο. “αυτή είναι η μεγαλύτερη ανάλυση που μπορέσαμε να πετύχουμε” Ο πρόεδρος τις κοίταξε σκεφτικός. Δεν φαίνονταν πολλές λεπτομέρειες, μα η διαφορά στο μέγεθος του μετώπου ήταν προφανής. Τους έδειχνε να περπατούν ανάμεσα σε ξύλινα σπιτάκια, και να σκαλίζουν κήπους.
“Συγνώμη¨ είπε οργισμένος ο πρόεδρος “αυτοί εδώ οι αγρότες κατάφεραν να αφοπλίσουν τόσους και να ρίξουν τα ελικόπτερά μας;” Η σύμβουλος κοίταζε προς το πάτωμα. Δεν απάντησε.
“Ζητήσαμε από έναν καθηγητή της ιατρικής να μας ερμηνεύσει τις φωτογραφίες, του είπε μετά από εύλογο χρόνο ξεφουσκώματος. Ο Πρόεδρος κατένευσε. Ο Καθηγητής μπήκε μέσα στο προεδρικό γραφείο, με το τρακ να χοροπηδάει δίπλα του. Τους χαιρέτισε όλους με χειραψία, και κάθισε δίπλα τους. Είδε τις φωτογραφίες.
“Τι να σας πω, ” είπε με επιφύλαξη «μοιάζει με υδροκεφαλισμό, αλλά σίγουρα δεν είναι κάποια γνωστή μορφή του, γιατί κανείς από αυτούς που βλέπουμε δεν θα ήταν ζωντανός. Σπάνια ένας υδροκέφαλος φτάνει μέχρι την εφηβεία. Θα μπορούσε να είναι γενετική ανωμαλία.”
“Αυτά τα πλάσματα που βλέπετε,” του είπε η σύμβουλος “έχουν επινοήσει όπλα άγνωστης τεχνικής και ενέργειας”
Ο καθηγητής δίστασε. Μα έπρεπε να πει κάτι, για αυτό τον κάλεσε εκεί ο ίδιος ο Πρόεδρος. ” είναι όλοι έτσι;” ρώτησε. Του απάντησαν καταφατικά.
“Κοιτάξτε, οι μετωπιαίοι λοβοί του εγκεφάλου, είναι υπεύθυνοι για την λειτουργία της ανώτερης σκέψη, και για τη σύνθεση της προσωπικότητας. Ακόμη δεν γνωρίζουμε για τον ανθρώπινο εγκέφαλο αυτά που θα θέλαμε, ξέρουμε όμως, πώς όλα τα ανώτερα μυαλά, όλες οι μεγάλες διάνοιες της επιστήμης, είχαν μεγάλα έως πολύ μεγάλα κεφάλια και μέτωπα. ” Δεν τους άρεσε αυτό που άκουγαν εκεί μέσα. Η έκφρασή τους πήρε μια στάση ειρωνείας.
“Όμως,” ο καθηγητής δίστασε . “συνεχίστε και πείτε αυτό που έχετε στο μυαλό σας κύριε καθηγητά” τον προέτρεψε ο πρόεδρος. “όσο ακραίο κι αν ακουστεί. Ξέρετε, ψάχνουμε κι εμείς μια λογική εξήγηση.”
Εντάξει λοιπόν. Πάρτε τα. “Αφού είναι όλοι τους έτσι και δεν είναι ασθενείς, πρόκειται για κάποιας μορφής γενετική μετάλλαξη. Από την άλλη όμως, στη φύση μια μετάλλαξη που δεν είναι μεμονωμένη, παύει να είναι ένα λάθος, αν θέλετε, και γίνεται εξέλιξη.”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
“Μιλάτε για νέο είδος ανθρώπου;” τον ρώτησε εμβρόντητη η σύμβουλος. “Είναι ακραίο σενάριο, και τελείως αντιεπιστημονικό να μιλάμε χωρίς στοιχεία, αλλά δεδομένων των συνθηκών….”
“Μάλιστα” είπε ο πρόεδρος. δεν του άρεσε καθόλου αυτή η εξέλιξη. Καθόλου. Ευχαρίστησαν τον καθηγητή, και περίμεναν να κλείσει η πόρτα.
Κοιτάχτηκαν. “Δεν το χάφτω”. είπε ο πρόεδρος.” μου κάθεται στο λαιμό μια τέτοια εκδοχή” -από την άλλη όμως- είπε από μέσα του.
“Ακούω τις προτάσεις σας”
“θέλουμε να τους επιτεθούμε απ ευθείας, με την κατηγορία της τρομοκρατίας, κύριε πρόεδρε” του απάντησε επίσημα η σύμβουλος.
“Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να μείνει κρυφό” της απάντησε
“Κι ούτε το θέλουμε” του είπε χαμογελώντας
«θα τους βομβαρδίσουμε ξαφνικά, κι όταν τελειώσει το θέμα, θα πούμε πως εξοντώσαμε ένα ολόκληρο τρομοκρατικό πυρήνα που ετοιμαζόταν για πλήγμα μέσα στη χώρα μας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δείξουμε την, την, (δεν ήξερε ποια λέξη να επιλέξει) “Την ιδιομορφία τους.”
“Αυτό σημαίνει πως πρέπει να εξοντωθούν όλοι” είπε ο πρόεδρος.
” Ή το ότι οι ζωντανοί θα παραμείνουν κάτω από τον έλεγχό μας” του χαμογέλασε και πάλι ” και στις υπηρεσίες μας”.
Του προέδρου, του ζωντάνεψε το μάτι. Καινούργια όπλα. Αιχμάλωτοι που θα μπορούσαν να του κατασκευάσουν τέτοια όπλα. Αν ήταν όντως τόσο έξυπνοι, θα τους ήταν εξαιρετικά χρήσιμοι. Του θύμισε τις αυτομολήσεις και τις απαγωγές επιστημόνων στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου.
“Εντάξει.” τους είπε. “Ξεκινήστε” κι αυτή τη φορά μην κάνετε τόσα λάθη.” Βαριά μπηχτή, που την αγνόησαν με στωικότητα.
Η μυστικότητα ήταν το απόλυτο ατού που είχαν σ αυτή την περίπτωση, κι έτσι, φρόντισαν να γνωρίζουν την αληθινή φύση της επιχείρησης μόνο μερικά άτομα. Όλοι οι υπόλοιποι, γνώριζαν μόνο τη δοκιμασμένη και πετυχημένη συνταγή: Τρομοκράτες. Σκοτώστε τους πριν προλάβουν να κάνουν κιχ.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τα B-52 σηκώθηκαν να ρίξουν τον όλεθρο σ ένα χωριό στην άκρη του πουθενά, κι οι πιλότοι τους γνώριζαν πως πάνε να καταφέρουν ένα γερό πλήγμα στο γνωστό εχθρό που τόλμησε να αγνοήσει την αμερικανική κυριαρχία.
Είχαν τις διαταγές τους. Κι ήταν εκπαιδευμένοι να μη τις κρίνουν ούτε να σκέφτονται. Η αποστολή τους ήταν να αφανίσουν ένα ούτε καν χωριουδάκι που αποτελούνταν από ξύλινες καλύβες, στις παρυφές ενός κατάφυτου βουνού, δίπλα σ’ ένα κρυστάλλινο ρυάκι. Σε μερικές ώρες εκείνο το ειδυλλιακό σαν από πίνακα ζωγραφικής τοπίο, θα ήταν κρανίου τόπος. Ένας αχνιστός κρατήρας, που θα ανέβλυζε έντονα τη μυρωδιά καμένης σάρκας, χτυπημένος από τον Αρμαγεδδών που πετούσε δέκα χιλιόμετρα ψηλότερα. Ήταν ήρεμοι και συγκεντρωμένοι. Έπρατταν αυτό που είχαν μάθει να κάνουν από τη διαρκή εκπαίδευση και τους συχνούς πολέμους που εξαπέλυε η χώρα τους, σε μια προσπάθεια ελέγχου και βελτίωσης των όπλων, με αδιευκρίνιστο το ποιο υπερτερούσε του άλλου.
“Στον πόλεμο και στον έρωτα όλα επιτρέπονται” παλιό γνωμικό των ανθρώπων που η φυλή απεχθανόταν με σοβαρή αποστροφή. Δεν ήταν έτσι. Δεν καταλάβαιναν γιατί αυτοί που κατείχαν την απόλυτη υπεροπλία θα έπρεπε να πετάξουν τόσο ψηλά, νύχτα, για να μη διακινδυνεύσουν τίποτα. Ούτε στον έρωτα όλα επιτρέπονται. Στα μέλη της φυλής, δεν άρεσε καθόλου ο δόλος. Όχι γιατί ήταν άγιοι, ή είχαν υψηλό φρόνημα κι όλες αυτές τις ανοησίες. Μαθαίνοντας από την ανθρώπινη ιστορία, είχαν καταστρέψει κάθε κίνητρο που θα μπορούσε να προκαλέσει την επιθυμία της κατοχής, και συνεπώς, τη κατάπτωση σε σκοτεινούς τρόπους να αποκτηθεί οτιδήποτε. Σε μια μικροκοινωνία ισοπεδωμένη απόλυτα, δεν υπήρχε κάτι να αποκτήσεις, απλώς όλοι τα είχαν όλα. Τελεία και παύλα.
“Έρχονται” ειδοποίησαν τον Ορέστη στον ασύρματο. “Μια ώρα”
“Καλώς” τους απάντησε. Ήταν μέσα στο σπίτι του, και διάβαζε Μπουσκάλια. Πόσο του άρεσε αυτός ο άνθρωπος! Είχε διεισδύσει μέσα στην ανθρώπινη φύση με τόσο φωτεινό τρόπο. Τον απολάμβανε, αυτόν τον καθηγητή με τη τόση ενέργεια και ειλικρίνεια. Μακάρι να υπήρχαν σαν αυτόν τόσοι, όσοι παρήγαγαν τις πολεμικές ταινίες που ο ήρωας αιματοκυλούσε εκατοντάδες κακούς που έτρεχαν ανόητα προς το μέρος του. Τι άθλιοι που ήταν ! Μπορούσαν να κάνουν σκάνδαλο μια βρισιά στην τηλεόραση, κι από την άλλη να επιτρέπουν να χύνονται τόνοι αίματος κάθε μέρα. Σηκώθηκε από το ξύλινο χειροποίητο κρεβάτι του, έβαλε το βιβλίο στη θέση του με την υπόσχεση στο μυαλό του να το επιστρέψει την επομένη στη βιβλιοθήκη.
“Αν θα υπάρχει αύριο” μονολόγησε ξεφυσώντας.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Πριν πάει στη σπηλιά, έκανε μια βόλτα σ όλο το χωριό, βλέποντας και παρατηρώντας σ΄ όλα τα φάσματα. Ξεχείλισε από αναμνήσεις. Θυμόταν την πρώτη φορά που επισκέφτηκε τον χώρο μόνος με τη Στέλλα, πόσο τον γοήτευσε το μέρος. Δεν ήθελε να φύγουν. Μόνο καθώς έδυσε ο ήλιος, μόνο τότε μπήκε στο αυτοκίνητο να φύγουν. Κι όταν η αγορά ήταν πλέον γεγονός, δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια, με κείνο το μόνιμο σφίξιμο στο στομάχι της ανυπομονησίας, όταν φεύγεις στο ταξίδι των ονείρων σου, ή όταν ο πόθος σου παίρνει σάρκα και οστά.
Έκανε το γύρο, αργά, και έφτασε στη σπηλιά.
Ήταν η πλήρης αντίθεση, στην ησυχία και την ακινησία του χωριού, όλοι εργαζόταν πυρετωδώς. Δεκάδες σταθμοί εργασίας επεξεργάζονταν δεδομένα, με τα μόνιτορ μπροστά τους να αναβοσβήνουν συνεχώς. Πήρε τη θέση του στο κεντρικό μόνιτορ, μια οθόνη κοίλη οθόνη πλάσματος διαστάσεων κινηματογράφου. Έμοιαζε με γέφυρα πλοίου. “Κατάσταση’ είπε με πολύ ήρεμη φωνή. “τριάντα λεπτά” του απάντησε ο υπεύθυνος.
“Συστήματα;”
“’Ολα έτοιμα”
Τα τριάντα αυτά λεπτά κύλησαν σιωπηλά και βασανιστικά για πολλά μέλη της ανθρώπινης φυλής, σε πολλά άκρα της γης. Στο πεντάγωνο, παρακολουθούσαν τις εικόνες από το δορυφόρο. Στη σπηλιά παρακολουθούσαν από τον δορυφόρο του του Πενταγώνου. Οι πιλότοι, έβλεπαν στα ραντάρ τους και στο GPS.
Για όλους το ρολόι κυλούσε πολύ αργά.
“fire,fire,fire” η εντολή δόθηκε από τον αρχηγό του σχηματισμού, και αμέσως αρκετές δεκάδες εμπρηστικών βομβών απελευθερώθηκαν από την κοιλιά των αεροσκαφών με τα τεράστια φτερά, χιλιόμετρα πάνω από το χωριό.
Τα ραντάρ της φυλής τις εντόπισαν αμέσως, τις καταμέτρησαν, έδωσαν τα δεδομένα στο κβαντικό υπολογιστή που στιγμιαία, παίρνοντας υπ όψιν του ταχύτητα, επιτάχυνση και τη φορά του ανέμου, υπολόγισε χρόνο και θέση με ακρίβεια χιλιοστού. Τα γραφήματα φάνηκαν στη μεγάλη οθόνη.
“Αναμείνατε” ανήγγειλε ψύχραιμα ο Ορέστης. Θα τις περίμεναν να φτάσουν σε ύψος τριών χιλιομέτρων, για να είναι βέβαιοι. Στο πεντάγωνο, όλοι με χαρωπή αναμονή, περίμεναν να δουν τις φλόγες, και την αναίμακτη ολοκληρωτική νίκη. Ελικόπτερα ήταν έτοιμα να μεταφέρουν στρατιώτες και γιατρούς. Έπρεπε να πιάσουν
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
τουλάχιστον καμιά δεκαριά, και να τους πάρουν όπως λέμε δημόσια, στο “κυβερνητικό στρατόπεδο”.
Τρία διακόσια, τρία εκατό, τρία πενήντα, τώρα….
“Τινάξτε τους τα πέταλα” είπε ο Ορέστης, παρακάμπτοντας τα στρατιωτικά εγχειρίδια. Πάτημα ενός κουμπιού. Πενήντα οκτώ κόκκινες δέσμες συμπυκνωμένου φωτός, ακριβώς όσες και οι βόμβες που έπεφταν προς το χωριό, ανέβλυσαν σιωπηλά από ένα σημείο λίγο έξω από τη σπηλιά, φωτίζοντας μειλίχια τη νύχτα γύρω τους. Έμοιαζε κάπως και με φωτορυθμικό.
Σε λιγότερο από στιγμή, έφτασαν στις βόμβες και τις χτύπησαν με τόση θερμοκρασία που δεν πρόλαβαν ούτε να λιώσουν. Μετατράπηκαν σε λεπτή σκόνη, τέφρα νεκρού, που μόλις πριν λίγο ήταν τρομερό όπλο, έτοιμο να κάψει και να σκοτώσει. Ένα-ένα τα στίγματα χάθηκαν από το ραντάρ, χειραψίες και συγχαρητήρια, όλα συγκρατημένα, όλα ήρεμα. Κανείς δεν γνώριζε τι θα επακολουθούσε.
Στο πεντάγωνο όλοι περίμεναν, και περίμεναν, και περίμεναν…..
Ούτε φλόγες ούτε έκρηξη ούτε τίποτα, μόνο ηρεμία και ησυχία, αμηχανία στα βλέμματα που ανταλλάσσονταν χωρίς λόγια, τι να πει κανείς για όπλα που ξεκίνησαν και δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους χωρίς προφανή εξήγηση; Η σύμβουλος που ήταν κι η ίδια μέσα στην αίθουσα, είχε κουραστεί να ρεζιλεύεται συνεχώς.
“Υπάρχει επιβεβαίωση” είπε ο αξιωματικός της βάρδιας. ” οι βόμβες έπεσαν”.
“Τι στο διάολο;” αναρωτήθηκε σοκαρισμένη η σύμβουλος και μάλλον όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα. Τούτοι οι φρανγκεστάιν είναι πολύ πιο εξελιγμένοι απ’ ότι φανταζόταν. Τα άγνωστα καινούργια όπλα τους, μπορεί να έχουν και άγνωστες δυνατότητες; Και πού; Οι πράκτορες τους, που αιχμαλωτίστηκαν εκεί, δεν είδαν τίποτα άλλο από ξύλινα σπιτάκια. Που ήταν οι εγκαταστάσεις τους; Υπόγεια;
Καθώς οι ερωτήσεις έπεφταν στο μυαλό της με ταχύτητα πολυβόλου, ταυτόχρονα προσπαθούσε να σκεφτεί και μια πειστική εξήγηση προς τον Πρόεδρο. Η να παραιτηθεί από την επιθυμία και να αφήσει άλλους να αναλάβουν την ευθύνη. Και τώρα ήταν από τις σπάνιες στιγμές της ζωή της, που αποφάσισε να είναι απολύτως ειλικρινής. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
“Και τώρα τι μου λέτε κυρία σύμβουλε” της είπε με επίσημο τόνο ο Αρχηγός, το Αφεντικό, ο Άλλος. “δεν μπορούμε να επιτεθούμε σ αυτούς τους παράνομους μπάσταρδους;” Είχε κοκκινίσει. Του φαινόταν αδιανόητο.
“Νομίζω πως πλέον η καλύτερη λύση που έχουμε για να βγάλουμε κάποιο όφελος από την κατάσταση, είναι η διαπραγμάτευση” του απάντησε απ ευθείας και με σταθερό βλέμμα η σύμβουλος. Είπαμε, ειλικρίνεια.
Παλιά παράδοση στη πολιτική. Όταν δεν μπορείς να συνθλίψεις τον αντίπαλο, συζητάς μαζί του. Και κάνεις και υποχωρήσεις. Εδώ βέβαια τα πράγματα πήγαν κάπως ανάποδα, πρώτα επιτέθηκαν και μετά κατάλαβαν πως είναι μάταιη η επίθεση, μα και τι δεν ήταν ανάποδο σ΄αυτή την ιστορία;
“Ακούω τις προτάσεις σας”
“Ξέρουμε πως χρησιμοποιούν το διαδίκτυο. Αύριο, θα στείλουμε ένα e-mail και θα τους καλέσουμε σε τηλεδιάσκεψη, όπου θα ζητήσουμε εξηγήσεις, και πρόσβαση στη τεχνολογία τους, με αντάλλαγμα να τους αφήσουμε ήσυχους”
Το σκεφτόταν…
“Εντάξει. Ενημέρωσε τους πως θα μιλήσουν απ ευθείας μαζί μου” σήκωσε το χέρι για να σταματήσει τις αντιρρήσεις των συμβούλων του. “Θέλω να τους γνωρίσω.”
Ο Ορέστης είδε το e-mail την ώρα του φαγητού. Το περίμενε κάτι τέτοιο, ίσως όχι τόσο σύντομα, αλλά το περίμενε. Απάντησε καταφατικά. Αν μη τι άλλο, θα είχε ενδιαφέρον.
Η κάμερα μπήκε σε θέση τέτοια που να δείχνει μόνο τον Ορέστη και πίσω του ένα λευκό κομμάτι από ύφασμα, κρύβοντας τον περιβάλλων χώρο και το γεγονός ότι βρισκόταν σε σπήλαιο. Πρώτα, χιόνια εμφανίστηκαν στη μεγάλη οθόνη, και μετά σταθεροποιήθηκε η εικόνα. Αντίκρισε ένα γραφείο, και πίσω του έναν ενήλικα άντρα που τον κοιτούσε μα καλοσυνάτη έκφραση. Δεν τον συμπάθησε.
“Καλησπέρα κύριε Πρόεδρε.” του είπε μισοχαμογελώντας. “Ονομάζομαι Ορέστης Μακρίδης, και μπορείτε να με θεωρείτε εκπρόσωπο των ανθρώπων εδώ”
“Καλησπέρα κύριε Μακρίδη. Είστε έλληνας;”
“Ναι.” μονολεκτική απάντηση.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
“Οι υπόλοιποι;”
“Δεν νομίζω να σας αφορά αυτό, κύριε πρόεδρε.”
“Κύριε Μακρίδη, η σύμμαχη κυβέρνηση της Μαδαγασκάρης ζήτησε τη συνδρομή μας για να συλληφθείτε καθώς κατηγορήστε για λαθρεμπόριο ρουμπινιών, και μάλιστα αντισταθήκατε στον έλεγχο αφοπλίζοντας τα όργανα με κάποιου νέου τύπου όπλα, τα οποία και χρησιμοποιήσατε για να αντισταθείτε και εναντίων της μεγαλύτερης δύναμης που ήρθε μετά.”
Ούτε λέξη για τις βόμβες. ΟΚ.
“Όπως και για να εξαερώσουμε τις πενηνταοκτώ βόμβες που μας έριξαν τα αεροσκάφη σας χθες το βράδυ.” Χαμογελούσε ο μπάσταρδος.
“Κοιτάξτε” του είπε ο Ορέστης πάνω στη στιγμή που άνοιγε το στόμα του να μιλήσει. Ξέρουμε και οι δύο πως αυτή τη στιγμή δεν μιλάμε για λαθρεμπόριο, που άλλωστε δεν ισχύει, απλά καθυστερήσαμε λόγω της απόστασης να δηλώσουμε τα τιμολόγια. Μπορούμε να σας τα κάνουμε φαξ τώρα, και το ξέρετε. Θέλετε κάτι από εμάς. Πείτε μας τι είναι αυτό.”
Στην άλλη πλευρά του ωκεανού, ο έμπειρος πολιτικός δεν έδειχνε να αιφνιδιάζεται.
“’Όπως νομίζετε. Θέλουμε άμεση και πλήρη πρόσβαση στα όπλα τα οποία έχετε εφεύρει, καθώς και στα εργαστήρια που την δημιούργησαν. Περιμένουμε πλήρη συνεργασία με το κλιμάκιο των επιστημόνων που θα στείλουμε αμέσως μόλις επιτευχθεί συμφωνία.” Πάρτην αγενέστατε ασχημομούρη.
Ο Ορέστης πάλι μισοχαμογελούσε, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε η Στέλλα.
“Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση” του απάντησε.
“Καταλαβαίνετε πως αυτό μπορεί να σημαίνει τον αφανισμό σας;”
“Κύριε πρόεδρε, μέχρι τώρα είδατε ένα τμήμα μόνο των δυνατοτήτων μας. Σας θερμοπαρακαλώ να ξεχάσετε το θέμα και να μην ξαναασχοληθήτε. Σας παρακαλώ ειλικρινά. Έχουμε τα τεχνολογικά μέσα να κάνουμε τον κόσμο σας να πάψει να υπάρχει όπως είναι σήμερα και κανένα απολύτως λόγο να το κάνουμε. Θέλουμε μόνο την ησυχία μας, στον νόμιμα ιδιόκτητο ιδιωτικό χώρο που αγοράσαμε, χωρίς να ενοχλούμε κανένα. Σας τονίζω ξανά, την επιθυμία μας για απομόνωση.”
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Ο πρόεδρος τον κοίταζε υπολογιστικά από την οθόνη, προσπαθώντας να καταλάβει πόσα από αυτά που έλεγε ήταν αλήθεια.
“Αυτό που ζητάτε, δεν μπορεί να γίνει, κύριε Μακρίδη.” του είπε ψυχρά. ” η έννομη τάξη άρχει, και θα επιβληθεί.”
“Τη ξέρουμε την έννομη τάξη σας.” του απάντησε. “έχει αιματοκυλήσει την ιστορία”
Η σύνδεση κόπηκε. Δεν είχε και νόημα άλλωστε. Ο Πρόεδρος γύρισε στους υφισταμένους του εξοργισμένος στ αλήθεια αυτή τη φορά. “βρείτε τρόπο αυτά τα καθίκια να πάψουν να υπάρχουν. Σύμβουλε; υπάρχει περίπτωση να αληθεύει τίποτα από όσα είπε αυτός ο υπάνθρωπος;”
“Δεν νομίζω κύριε”
“Δεν θέλω να νομίζεις. Θέλω να ξέρεις. Και μέχρι να μάθεις, κάλεσε τους επιτελάρχες” Ο μόνος τρόπος να αποφύγουν μια ενδεχόμενη απειλή ήταν η επίθεση, κι αφού συμφώνησαν όλοι σ΄αυτό, κι αφού οι ειδικοί ανέλυσαν το βίντεο, κι αφού αποφάσισαν όλα τα αφεντικά και πήραν τηλέφωνο αυτούς που νόμιζαν πως είναι τα αφεντικά, όλα έγιναν με τάξη.
Τα stealth απογειώθηκαν και πάλι νύχτα, αόρατα σε κάθε ραντάρ μόνο που ο δορυφόρος που τα ακολουθούσε έδινε και άθελά του τις πληροφορίες στο χωριό, που αντιμετώπισε τον βομβαρδισμό με τον προηγούμενο τρόπο. Το ίδιο έκανε και με τις δεκάδες πυραύλων tomaxowk που έστειλαν τα καταδρομικά τους από τις ακτές. Τα ίδια και τα ίδια, κι οι αμερικανοί, απελπισμένοι και άναυδοι που κάποιος μπορεί να τους αντισταθεί, έφεραν το θέμα στη δημοσιότητα και στο συμβούλιο ασφαλείας.
Τα μέσα ενημέρωσης εκτελώντας πιστά το καθήκον τους, έδωσαν μεγάλες διαστάσεις στο θέμα. Οι τρομοκράτες της Μαδαγασκάρης, που ετοίμαζαν χτυπήματα με βιολογικό όπλο σ’ όλο το δυτικό κόσμο. Χάος και φόβος επικρατούσε σ΄ολες τις μεγάλες δυτικές πόλεις, καθώς κανείς δεν ήξερε που και πότε θα χτυπήσουν αυτοί οι απομονωμένοι τρελοί αιρετικοί. Αυτοί ήταν, κατά τα κανάλια. Οπαδοί μιας αίρεσης που θα έφερνε η ίδια το τέλος του κόσμου, για να προκαλέσει τη κρίση του Θεού. Έσπειραν τον τρόμο οι άλλοι, για να στρέψουν όλο το κόσμο εναντίων τους. Οι λογαριασμοί τους στο χρηματιστήριο δεσμεύτηκαν, κι έμαθαν από την τηλεόραση πως η έκταση που κάλυπτε το χωριό, κατασχέθηκε από την κυβέρνηση της Μαδαγασκάρης.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Ήταν όλοι μέσα στη σπηλιά όπως και τις τελευταίες μέρες, μέτρο κατά των επιθέσεων. Διέθεταν τρόφιμα και νερό για πολλούς μήνες αν χρειαζόταν. Ο Ορέστης κοιμόταν και στο όνειρό του μιλούσε με τη Στέλλα, ζωντανή και νέα μπροστά του. Τη ρωτούσε τι να κάνει, κι αυτή δεν του απαντούσε, μόνο τον κοιτούσε χαμογελαστή, με απέραντη αγάπη, περήφανη για το γιο της.
Ήταν σαν να του έλεγε, ” Ότι και να κάνεις, σε εμπιστεύομαι. Είσαι ο γιος μου. “
Ξύπνησε γοργά. Ήταν ελαφρύς ο ύπνος του. Σηκώθηκε από το πρόχειρο ράντσο που είχε για κρεβάτι και τεντώθηκε. “Πόσο θα ήθελα ένα ντους” μονολόγησε.
Περπάτησε μέχρι την άλλη άκρη της αίθουσας, καμιά εκατοστή μέτρα. Εκεί ήταν ο Πολυνείκης, μόνιμα σκυμμένος στο χειριστήριο του κβαντικού υπολογιστή. Από τότε που ενεργοποιήθηκε, ήταν στον παράδεισο του hacker. Τον ακούμπησε στον ώμο. Αυτός γύρισε. Τα μάτια του πρησμένα και κόκκινα από την αϋπνία, και παρ όλα αυτά, του σκασε ένα κουρασμένο χαμόγελο. “Καλημέρα boy”
“Καλημέρα αδερφάκι. Είσαι έτοιμος; “
“Εδώ και μέρες.”
“Αντε να τελειώνουμε.”
Σηκώθηκαν και ξύπνησαν όσους είχαν κοιμηθεί. Ήπιαν τον καφέ τους σιωπηλοί.
Οι μέρες ήταν αγωνιώδεις. Το συμβούλιο άρχισε.
Μίλησε πρώτος ο Ορέστης: “Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές. Είμαστε έτοιμοι για το σχέδιο Ισότητα. Τον μόνο τρόπο που έχει απομείνει για να σταματήσουν να ασχολούνται μαζί μας, και για να τους δώσουμε μια ιστορική ευκαιρία να λύσουν τα προβλήματά τους. Έχει κανείς αντίρρηση;”
Εκφράστηκαν κάποιοι φόβοι για το ρίσκο που έπαιρναν, μα κατά βάση, καμία. Το ήξεραν όλοι πως δεν θα τους άφηναν χωρίς να τους καταστρέψουν. Ήταν σε θέση να δημιουργήσουν βιολογικό χτύπημα, μόνο και μόνο για να κατηγορήσουν αυτούς.
“Εντάξει λοιπόν. Η απόφαση λήφθηκε παμψηφεί. Η κάμερα γράφει;”
Ο χειριστής της κατένευσε.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Πλησίασε προς τον Πολυνείκη, και το χειριστήριο του Κβαντικού υπολογιστή.
“Κάντο εσύ Ορέστη, ” του είπε. “Ήσουν ο Πρώτος.”
“Στέλλα,” είπε μιλώντας δυνατά “πόσο θα ήθελα να ήσουν εδώ” και πάτησε το enter. Τίποτα το εντυπωσιακό. Καμιά έκρηξη ή αντεπίθεση. Με την ταχύτητα του φωτός η Ισότητα, περνούσε μέσα από δορυφόρους και τηλεφωνικά δίκτυα, για να διασταυρωθεί κάποια στιγμή με το ηλεκτρικό .
Δεν υπήρχε υπολογιστικό σύστημα που να μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτό τον υιό. Ο Πολυνείκης, είχε βρει τρόπο να προσπερνά τους κωδικούς ασφαλείας χωρίς να χρειάζεται να τους σπάσει. Σαν για να ανοίξεις ένα υπερσύγχρονο χρηματοκιβώτιο να χρειάζεται μόνο να του πεις :”σουσάμι άνοιξε.”
Και άνοιγαν λέει…..
Επίσης βρήκε τρόπο να περνά μέσα από το ηλεκτρικό δίκτυο, απ ευθείας μέσα στα συστήματα, ανεξάρτητα από το αν ήταν on-line ή όχι. Μέσα σε μερικές ώρες, είχαν καταρρεύσει τα πάντα. Χρηματιστήρια, τράπεζες. εφορίες, παντού σ όλο το κόσμο έδειχναν μηδενικά. Κανείς δεν ήξερε πια ποιος του χρωστούσε χρήματα. Το ίδιο έγινε με κάθε είδους χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πολυεθνικές εταιρίες. Τα αρχεία των μεγάλων κατασκευαστών όπλων έπαψαν να υπάρχουν. Όλα απολύτως τα οπλικά συστήματα των μεγάλων και των μικρών χωρών έσβησαν το ένα μετά το άλλο. Όσοι δορυφόροι είχαν άλλη χρήση εκτός της τηλεπικοινωνίας, σίγησαν για πάντα. Πλοία υποβρύχια και αεροσκάφη, αφοπλίστηκαν με την ίδια μικροκυματική ενέργεια που εξέπεμπαν τα όπλα τους.
Ο Πρόεδρος δεχόταν συνεχείς αναφορές κατάρρευσης των συστημάτων, και το μόνο που τον γλίτωνε από την παραφροσύνη ήταν πως συνέβαινε παντού, σ όλο τον κόσμο. Η σύμβουλος ήταν δίπλα του σιωπηλή, αν και γνώριζαν κι οι δυό πως μάλλον εκείνος ο τύπος με το μαύρο σκούφο στο κεφάλι, έλεγε την αλήθεια.
Η Αμερικανική κυβέρνηση μεταφέρθηκε στο ειδικό χώρο που διέθετε για περίπτωση πυρηνικού πολέμου, όπου και λήφθηκε η σημαντική, κι επίσης ανόητη απόφαση που έμεινε στην ιστορία σαν πράξη απελπισίας, όσο και ανικανότητας. Δόθηκε η διαταγή να χτυπηθεί το χωριό με ότι πυρηνικό όπλο υπήρχε ακόμη σε λειτουργία, και ζητήθηκε από τους συμμάχους να πράξουν το ίδιο, μα ήταν πια αδύνατο. Όλα τα κουμπιά πατιόνταν στο κενό. Ο Πρωτέας είχε εφαρμόσει το σχέδιο Ισότητα με απόλυτη ακρίβεια. Δεν υπήρχε πυραυλικό όπλο στο πλανήτη σε λειτουργία, μήτε πολεμικό σκάφος οποιουδήποτε είδους. Πετούσαν μόνο οι εμπορικές κι επιβατικές πτήσεις. Η διαταγή που δόθηκε να προσγειωθούν όλα όπου μπορούν, τα χιλιάδες
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
αεροπλάνα που βρισκόταν σε πτήση εκείνη τη στιγμή, αναιρέθηκε μετά από μισή ώρα, καθώς ένα στέλεχος του Γενικού Επιτελείου είχε μια φαεινή ιδέα: να συναρμολογήσουν μια πυρηνική κεφαλή εκ νέου με μηχανικό και όχι ηλεκτρονικό πυροκροτητή και να τη βάλουν στο μόνο επιβατικό αεροσκάφος που μπορούσε να ρίξει βόμβα, το προεδρικό. Μέσα σε διάστημα ωρών, η βόμβα είχε συναρμολογηθεί, και οι έξοδοι των αμυντικών πυραύλων του air force1 τροποποιήθηκαν για να ρίξουν τη συσκευή.
Όλη η φυλή παρακολουθούσε τις εξελίξεις στο κεντρικό μόνιτορ με τα δεδομένα που τροφοδοτούσε ο Πολυνείκης.
Χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, δεν υπήρχαν πια. Σύγχρονα όπλα, πύραυλοι και αεροσκάφη, κείτονταν κενά και άχρηστα. Όπου δεν μπορούσε να φτάσει ο υιός, ενεργοποιούνταν ο μικροκυματικός παλμός, και κατέστρεφε τα backup. Αφέθηκαν ανέγγιχτα μόνο τα νοσοκομεία, όχι όμως τα ασφαλιστικά ταμεία, δημόσια και ιδιωτικά. Διαγράφηκαν μέχρι και τα αρχεία χρεών από τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, ηλεκτρικές και τηλεφωνικές εταιρίες. Τα τηλεοπτικά κανάλια λειτουργούσαν όλα, όπως και όλη η υπόλοιπη κοινωνία.
“Είναι η ώρα Ορέστη.” Του είπε ο Πολυνείκης.
Ω, Στέλλα. Να μας έβλεπες τώρα.
Ο Ορέστης πήρε θέση, και η κάμερα άναψε. Το σήμα παρέκαμψε όλα τα σήματα των καναλιών και μεταδόθηκε παντού, σ΄ολες τις τηλεοράσεις, όλα τα κανάλια, όλο το internet, σ΄ όλον τον πλανήτη. Ένας μάλλον όμορφος χαμογελαστός τύπος εμφανίστηκε από το πουθενά, με ένα μαύρο σκούφο στο κεφάλι, κι άρχισε να μιλά στ΄αγγλικά.
«Πολίτες του κόσμου, ονομάζομαι Ορέστης Μακρίδης, κι αυτά είναι τα αδέρφια μου.” Η κάμερα έδειξε τους υπόλοιπους που χαιρέτησαν χαρωπά, μαζί με τα παιδιά.
Ο Ορέστης συνέχισε να μιλά:
“Ήρθαμε σ αυτό το κόσμο χωρίς να ξέρουμε το γιατί, γνωρίζουμε μόνο πως η φύση μας χάρισε έναν μεγαλύτερο εγκέφαλο και μερικές επιπλέον αισθήσεις, που μας κάνουν να είμαστε στη καθημερινότητα, όπως ήταν οι δικές σας ιδιοφυΐες.”
Η εικόνα άλλαξε, κι έδειξε φωτογραφίες του Αϊνστάιν, του Ντα Βίντσι, του Σωκράτη, του Αριστοτέλη και πολλών άλλων.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
” Το ότι είχαμε την ικανότητα να βελτιώσουμε κατά πολύ τις εφευρέσεις σας, έκανε κάποιους να πιστέψουν πως μπορούν να έρθουν και να τις πάρουν σαν κοινοί ληστές, εξολοθρεύοντας μας ταυτόχρονα. ”
Οι οθόνες όλου του κόσμου, έδειξαν το βίντεο της συζήτησης του Ορέστη με τον Πρόεδρο.
Στο Οβάλ γραφείο, πρασίνιζαν πρόσωπα με πρώτο αυτό του πρωταγωνιστή.
“Ήθελαν να τις κάνουν όπλα, για να μπορούν να σας εξουσιάζουν περισσότερο.
Το καταργήσαμε αυτό, όπως και όλα τα υπόλοιπα κακά που δέσποζαν στις κοινωνίες σας. Δεν υπάρχουν πια χρηματιστήρια, δάνεια και τραπεζικές καταθέσεις. Δεν υπάρχουν πια χρέη, ιδιωτικά ή προς το δημόσιο. Αυτό μπορεί να δυσαρεστήσει κάποιους, που βασιζόταν στο χρήμα για να έχουν εξουσία και να ικανοποιούν τον εγωισμό τους.
Ας είναι. Ήταν μια μειονότητα που σας καταδίκαζε σε μια ζωή χωρίς νόημα, όπου διαρκώς αγωνιζόσασταν να κατέχετε αυτό που δεν σας χρειαζόταν. Επίσης, δεν υπάρχουν πια οπλικά συστήματα ικανά να επιφέρουν μεγάλα πλήγματα, όπως και δεν υπάρχουν σε λειτουργία πυρηνικά όπλα. Δίνουμε προθεσμία τριών μηνών για να σταματήσουν τη λειτουργία τους όλοι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες. Έχουμε τον τρόπο να βοηθήσουμε να γίνει αυτό γρήγορα, και με ασφάλεια.
Θα μπορούσαμε να αφοπλίσουμε μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού ήταν αυτοί που μας επιτίθεντο. Αυτό όμως θα πυροδοτούσε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς οι χώρες που θα κινούσαν να τις καταλάβουν δεν θα ήταν λίγες. Έτσι, σας αφοπλίσαμε όλους. Και σας κάναμε όλους ίσους.
Η φτώχια ή ο πλούτος, είναι κάτι το τεχνητό, είναι κάτι που παράγει η ίδια η κοινωνία ως έχει, δεν υπάρχουν στην φύση. Μπορείτε και μπορούμε να ζήσουμε μια ζωή που να αξίζει τον χαρακτηρισμό της, είναι δυνατόν να μη χύνεται καθόλου αίμα, πουθενά, είναι δυνατό να μη ξαναυπάρξει πόλεμος.
Έχουμε ήδη σε μερικά χρόνια τελειοποιήσει τεχνικές που μπορούν να λύσουν το ενεργειακό πρόβλημα του πλανήτη για όσο θα υπάρχει ο ήλιος. Μη διστάζετε και μη πανικοβληθείτε. Οι κυβερνήσεις σας θα σας πουν ότι είμαστε ο εχθρός που θέλει να σπείρει το χάος. Έχουν κάποιο δίκιο. Είμαστε ο εχθρός για αυτούς, που θα τους κάνουμε να χάσουν τη θέση τους, τη δύναμη να εξουσιάζουν άλλους ανθρώπους.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Τώρα δεν απομένει τίποτε άλλο από το να συνεννοηθείτε μεταξύ σας, όλα τα κράτη, όλα τα έθνη, όλα τα ανθρώπινα πλάσματα στον πλανήτη ώστε να οικοδομήσετε έναν πολιτισμό που να συνδυάζει αρμονικά όλα τα υψηλά σας επιτεύγματα, ενώ ταυτόχρονα εξαλείφετε μια για πάντα τον πόνο και τη φρίκη του πολέμου, της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, του δόλου και της κυριαρχίας.
Εμείς δεν πρόκειται να αναμιχθούμε καθόλου σε αυτήν την διαδικασία όσο και αν κρατήσει είναι δική σας, ανήκει αποκλειστικά σε εσάς.
Ωστόσο, όσο μας επιτρέπει η τεχνολογία μας δεν πρόκειται να επιτρέψουμε την συνέχιση μιας σειράς φαινομένων τα οποία δεν είναι αποδεκτά από την κοινή ανθρώπινη λογική ανεξαρτήτως γλώσσας, καταγωγής, μορφωτικού η κοινωνικού επιπέδου :
Χωρίς ανθρώπινες απώλειες επιθετικές ενέργειες, εμπόριο ναρκωτικών, ανθρώπων και μια σειρά αυτονοήτως μη αποδεκτών πράξεων θα αντιμετωπίζονται κατά τον δέοντα τρόπο, στερώντας από τους δράστες κάθε τεχνική δυνατότητα, καταστρέφοντας όλες τους τις υποδομές, όλα τους τα φορτία, όλα τους τα δίκτυα.
Η παρέμβασή μας σταματά εδώ. Οι πραγματικές αποφάσεις είναι δικές σας.
Όσοι μπορείτε, ελάτε από κοντά να μας γνωρίσετε. Είμαστε ανοιχτοί σε όλους.
Στο επανειδείν”
Προς μεγάλη έκπληξη όλων, δεν υπήρξε χάος. Μετά το αρχικό μούδιασμα, οι περισσότεροι καλοδέχθηκαν τη δραματική αλλαγή στις ζωές τους. Άλλωστε όλοι, ήταν καταχρεωμένοι σε δάνεια και πιστωτικές, πολύ περισσότερο οι εύποροι. Ένιωσαν ένα μεγάλο βάρος να φεύγει από πάνω τους, ήταν οφθαλμοφανές πως η αγωνία της διατήρησης αυτού του τρόπου ζωής είχε διεστραμμένα μεγαλύτερο κόστος από ότι όφελος. Κι ένας κόσμος χωρίς πολέμους…
Οι περισσότερες κυβερνήσεις παραιτήθηκαν από μόνες τους. Αλλού, έγιναν πραξικοπήματα. Παντού, απλώθηκαν βελούδινες επαναστάσεις, που ανέτρεπαν τα πράγματα χωρίς να ανοίξει μύτη. Μετά από ότι έγινε, κανείς δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω στα παλιά. Καθώς οι μήνες περνούσαν, οι μεγάλες βιομηχανίες όπλων έκλεισαν καθώς ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν χωρίς υπολογιστικά συστήματα. Τις φορές που προσπάθησαν να εγκαταστήσουν καινούργια, ακόμη και με αυτονομία σε ρεύμα, κατέρρεαν σχεδόν αμέσως. Επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι ανέπνεαν ανακουφισμένοι ένα νέο αέρα. Θα περνούσαν πάντως πολλές δεκαετίες για να ξεχαστεί το μίσος.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
So be it.
Το μεταμφιεσμένο σε επιβατηγό αεροσκάφος τώρα πετούσε στη κεντρική Αφρική, ακολουθώντας κατά γράμμα τις ρότες των εμπορικών πτήσεων. Μόνο όταν παρέκκλινε μοίρες από τη πορεία του, έπεσε στη προσοχή του Πρωτέα. Ο Πολυνείκης φώναξε τον Ορέστη, και του έδειξε το ίχνος.
“Κάτι ετοιμάζουν” του είπε.
Ο Ορέστης κατένευσε, και πήρε στο χέρι του το μικρόφωνο του ασυρμάτου.
“Ονομάζομαι Ορέστης Μακρίδης και απευθύνομαι στο άγνωστο επιβατικό αεροσκάφος που κατευθύνεται εκτός ρότας με πορεία προς τη Μαδαγασκάρη. Παρακαλώ απαντήστε” τους είπε στα Αγγλικά.
Οι δύο πιλότοι κι ο μηχανικός πτήσης, ακολουθώντας πιστά το πρωτόκολλο φυσικά τον αγνόησαν. Ο Ορέστης επανέλαβε σ΄ολες τις συχνότητες, μα πλέον περίμενε την έκβαση της παράκλησής του.
Γι’ αυτό άλλαξε τραγούδι: “Προς το άγνωστο αεροσκάφος. Θα σας καταρρίψουμε ενάμιση μίλι από τις ακτές του νησιού, ώστε αεροσκάφος και όπλο” τόνισε τη τελευταία λέξη για τους δείξει πως γνώριζε, ” να πέσουν στη θάλασσα. Έχετε αλεξίπτωτα;” Οι πιλότοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Γνώριζαν πάνω κάτω ποιες είναι οι δυνατότητες του εχθρού. Δεν απάντησαν. Ο Ορέστης πήρε ξανά το μικρόφωνο. “Με αναγκάζετε να επαναλάβω την ερώτηση. Δεν θέλουμε νεκρούς, για αυτό σας ξαναρωτώ σαν συνάνθρωπος. Έχετε αλεξίπτωτα; Απαντήστε τουλάχιστον σ αυτό.”
Σιγή.
Και μετά από λεπτά, ένα μακρινό “yes”
Ήταν κι αυτοί άνθρωποι. Που μπορεί να είχαν οικογένειες και παιδιά να τους περιμένουν. Θα ήταν αδικία να πεθάνουν και αυτοί, από την ανοησία κάποιων άλλων, όπως έχει γίνει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν. Πήραν το μέτρο και κατέβηκαν κάτω από τα δέκα χιλιάδες πόδια, ώστε αν χρειαστεί, να μπορούν να εκτιναχθούν με ασφάλεια. Στο ενάμιση μίλι, με στομάχια τους να είναι πέτρα από την αγωνία, άκουσαν το στριγκό ήχο των κινητήρων που σβήνουν κι όλο το πιλοτήριο να νεκρώνει. Τίποτα δεν λειτουργούσε, βασικό ή εφεδρικό. Στα επτά χιλιάδες πόδια, αποχαιρέτησαν το προεδρικό αεροσκάφος που συνετρίβει χωρίς απώλειες στη θάλασσα. Τέσσερις ώρες αργότερα, τους παρέλαβε σώους το ντόπιο λιμενικό σώμα.
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
Η άλλοτε κομψή και στιλάτη Σύμβουλος, μαθημένη στις θαλαμηγούς και στα σπάνια κοσμήματα τώρα είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της.
Αύξησε τη δόση των ηρεμιστικών που χρησιμοποιούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε μια μέρα είδε όλη της την περιουσία να εξαφανίζεται. Δεν είχε πια μετοχές και καταθέσεις. Τι φρίκη!
Στο τέλος δεν άντεξε. Κατάπιε ένα κουτί, να κοιμηθεί και να μη ξαναξυπνήσει. Σώθηκε κυριολεκτικά τη τελευταία στιγμή από τα παιδιά της, που τη βρήκαν στο κρεβάτι της σε κώμα.
Μετά τη παραίτησή του ο Πρόεδρος, αποσύρθηκε στο ράντζο του και χτένιζε κάθε πρωί τα άλογά του, η μόνη πράξη που μπορούσε να τον κάνει να ξεχάσει τη ντροπή.
Από την άλλη, δεν μπορούσε να αρνηθεί την ένοχη ανακούφιση που αισθάνθηκε και αισθανόταν : τελείωσε πια η φρενήρης ψυχεδελική προσπάθεια.
Τέλειωσε το συνεχές άγχος, οι ελάχιστες ώρες ύπνου, τα αλλεπάλληλα meetings για την οικονομία, την άμυνα, την κοινή γνώμη. Τέλειωσαν τα προσχήματα, τα διλλήματα, οι σιωπηρές αυτοπροδοσίες σκοπού και στόχου, οι γλοιώδεις υποκλίσεις σε ανθρώπινα αρπακτικά.
Τίποτα δεν θα χρειαζόταν να θυσιαστεί πια στον βωμό του δήθεν τελικού σκοπού. Έληξε η απαίτηση να είναι προσηνής με ανθρώπους που σιχαινόταν, σκληρός και άδικος με άλλους που συμπαθούσε ή αγαπούσε.
Θυμόταν τον εαυτό του νέο : με τόσα όνειρα, τόση αδάμαστη θέληση και τόλμη. Διάβαζε τα λόγια μεγάλων ανδρών και ανατρίχιαζε ολόκληρος, ονειρευόταν να γίνει, ονειρευόταν πως ήταν ένας από αυτούς.
Ένας νέος Lincoln, ένας ηγέτης που θα μιλούσε στην καρδιά των ανθρώπων και θα τους έκανε να τον ακολουθήσουν, να αρθούν μαζί με τις περιστάσεις και να δημιουργήσουν μαζί την καλύτερη κοινωνία που είδε ποτέ ο κόσμος.
Αυτό ονειρευόταν.
Τότε.
Πίστεψε αφελώς πως θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τις περιστάσεις προκειμένου να αναδυθεί. Για να τα αλλάξει όλα μετά.
Δεν θα μπορούσε να προβλέψει πως οι συνεχείς συμβιβασμοί οδηγούν στον απόλυτο : την βαθμιαία ύπουλη μετατροπή του σε ακόμη έναν κυνικό που η πυξίδα
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
του προσανατολίζεται πολύ περισσότερο στο να διατηρήσει τα κεκτημένα του, παρά στο τι θα μπορούσε να κάνει μέσω αυτών.
Η πνιγηρή αίσθηση της ματαίωσης του σκοτείνιασε την ψυχή καθώς κοιτούσε στον καθρέφτη τον νέο που πρόδωσε.
Θυμήθηκε τα παιδιά του που ποτέ δεν ήταν δίπλα τους. Την κόρη του να τον επιζητεί μάταια, χαμένο στις περιοδείες και τα συμβούλια.
Πρόδωσε όλους τους αγαπημένους του για να κερδίσει μια μάχη που για την επιτυχία της μετατράπηκε τελικά σε όλα όσα απεχθανόταν. Τόσο Πύρρεια η νίκη.
Τα δάκρυα που έχυνε τώρα με αναφιλητά δεν ήταν λύπης ούτε χαράς: αλλά λύτρωσης.
Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε την κόρη του. Είχαν να μιλήσουν πάνω από χρόνο.
Η υπηρεσιακή κυβέρνηση που διορίστηκε, προέβη σε άμεσες πράξεις: κατήργησε τη θανατική ποινή, απαγόρευσε το εμπόριο όπλων ταυτόχρονα ζητώντας την άμεση επιστροφή τους από όσους πολίτες κατείχαν όπλα, ενώ απαγόρευσε την παραγωγή πολεμικών ταινιών και παιχνιδιών.
Στην Ελλάδα, την πολύπαθη μικρή πατρίδα του Ορέστη και του Πολυνείκη, ο κόσμος μετά την “απελευθέρωση”, όπως ονομάστηκε η μέρα που καταλύθηκαν τα πάντα, βγήκε στους δρόμους. Στήθηκαν συναυλίες, παραστάσεις, στα θέατρα, στους δρόμους, στις πλατείες. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους, χωρίς κανένα σύνθημα, κανένα πανό, καμία φασαρία.
Οι δήμαρχοι, οι βουλευτές, και τα περισσότερα μέλη των δημοτικών συμβουλίων αποδοκιμάζονταν δια βοής, όπου ήταν σε κοινή θέα. Από τα εκατοντάδες “ψεύτη, απατεώνα, άχρηστε,” και πολλά άλλα ακατονόμαστα, αναγκάστηκαν να μένουν πολλές ώρες στα σπίτια τους. Ο πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτηση του τελικά, κι ορίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση, χωρίς καθορισμένο ορίζοντα εκλογών.
Ο κόσμος που περνούσε μπροστά από τις τράπεζες, τις έφτυνε. Είχαν θολώσει οι πολυτελείς βιτρίνες από ανθρώπινο σάλιο. Άλλοι, έμπαιναν μέσα κι εκφράζονταν με βία, σπάζοντας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η αστυνομία απλώς παρακολουθούσε το συμβάν.
Ήταν πολίτες του ίδιου κόσμου, της ίδιας χώρας. Κι αυτοί αγανακτισμένοι απ την αφόρητη πίεση. Λουλούδια και φυσικοί χυμοί προσφερόταν από νεαρές κοπέλες
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
στις γραμμές των ΜΑΤ που πολλές φορές δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το χαμόγελό τους.
Η ανακούφιση ήταν πολύ μεγάλη για να υπάρξει αντίδραση.
Πλέον κάποιος για να βγάζει χρήματα έπρεπε να παράγει κάτι, να κάνει κάτι, και όχι να κερδοσκοπεί πίσω από μια οθόνη πάνω στους κόπους άλλων.
Επιστήμονες, ακτιβιστές και απλά περίεργοι από όλο το κόσμο ερχόταν να επισκεφτούν το χωριό, κι αφού ελεγχόταν για όπλα, περνούσαν από έναν ανιχνευτή ψεύδους βελτιωμένο από τη φυλή, για να βεβαιωθούν πως ανάμεσά τους δεν υπήρχαν πράκτορες ή νοσταλγοί του παλιού. Μετά τους καλοδέχονταν όλους, και τα παιδιά τους έπαιζαν με τα δικά τους. Όλες οι ερωτήσεις απαντούνταν και οι λύσεις που τους έδιναν στα επιστημονικά τους προβλήματα πολλές φορές τους άφηναν άναυδους.
Κι άρχισαν να εφαρμόζονται. Εγκρίθηκε και το σχέδιο των ηλιακών συλλεκτών στην φωτεινή επιφάνεια της σελήνης, που θα σύλλεγε και θα έστελνε μικροκυματικά πολλαπλάσιο ηλεκτρικό ρεύμα από όσο ξόδευε όλος ο πλανήτης μαζί. Εγκρίθηκε και η πρόταση να φυτευτούν άμεσα πενήντα δισεκατομμύρια δέντρα, μια έκταση ίση με τις Αυστραλίας, που θα απορροφούσε το διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και θα το μετέτρεπε σε οξυγόνο σε λιγότερο από δεκαπενταετία, ισορροπώντας τα τελευταία 150 χρόνια βιομηχανικής έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα, φέρνοντας την ατμόσφαιρα στις αναλογίες της πριν την βιομηχανική επανάσταση.
Όλα προχωρούσαν τόσο γρήγορα…
Ο Ορέστης κλήθηκε να μιλήσει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, το μόνο συντονιστικό όργανο που είχε απομείνει και καθώς η παγκόσμιότητά του ήταν ότι έπρεπε. Το έκανε. Σε ζωντανή μετάδοση, σ΄ολο το κόσμο. Υπολογίστηκε ως την εκπομπή με τη μεγαλύτερη θεαματικότητα από ποτέ.
Φορούσε ένα τζιν κι ένα λευκό πουκάμισο με τα μανίκια του τυλιγμένα πάνω από τους αγκώνες, και το σκούφο του λευκό αυτή τη φορά :
“Δεν θα μιλήσουμε με λόγους βαρύγδουπους κι εξ ορισμού κενούς,” είπε χαμογελώντας. “Αντ΄ αυτού θα παραθέσουμε απόσπασμα από την εναρκτήρια ομιλία ενός προέδρου των Η.Π.Α. , ίσως του διασημότερου, του Τζον. Φ. Κένεντυ:
«Ας επιδιώξουν και οι δύο πλευρές να επιζητήσουν τα θαύματα της επιστήμης αντί για τον τρόμο της. Ας εξερευνήσουμε μαζί τα αστέρια, ας κατακτήσουμε τις
ΥΠΕΡΥΘΡΟΣ
Φώτης Γροντάς
ερήμους, ας εξαλείψουμε τις ασθένειες, ας αξιοποιήσουμε τα βάθη των ωκεανών, και ας προαγάγουμε τις τέχνες και το εμπόριο.
Τώρα το σάλπισμα μας καλεί ξανά- όχι ως κάλεσμα να πάρουμε τα όπλα, αν και όπλα χρειαζόμαστε. Όχι ως κάλεσμα για μάχη, αν και όντως μας αντιμάχονται. Αλλά ένα κάλεσμα να σηκώσουμε το φορτίο ενός μακρού αγώνα στο λυκόφως, χρόνο με το χρόνο, χαρούμενοι στην ελπίδα, υπομονετικοί στις δοκιμασίες ενός αγώνα απέναντι στους κοινούς εχθρούς του ανθρώπου: την τυραννία, τη φτώχεια, την αρρώστια και τον πόλεμο τον ίδιο.
Μπορούμε να σφυρηλατήσουμε ενάντια σε αυτούς τους εχθρούς μια μεγάλη και παγκόσμια συμμαχία, Βορρά και Νότου, ανατολής και Δύσης, η οποία θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα πιο γόνιμο βίο για την ανθρωπότητα ολόκληρη; Θα συμπαραταχθείτε σε αυτή την ιστορική προσπάθεια;»
“Λόγια φωτός” μονολόγησε άφωνα ο Ορέστης, καθώς κατέβαινε από το βήμα για να ανταλλάξει χειραψίες και αγκαλιές με τα μέλη των αντιπροσωπειών. Στη θέα τούτης της σκηνής εκατομμύρια μάτια δάκρυσαν, καθώς μέσα τους είχε αρχίσει να σαλεύει, να ξυπνά από τόσο μακρά νάρκη που θεωρούταν πια νεκρή, μια δυνατή όσο και πρωτόγνωρη αίσθηση: Η ελπίδα.
Κι έπινε τον καφέ του την αυγή στο κατάφυτο μπαλκόνι, την ίδια πάντα ώρα, παρατηρώντας τον ακόμη έναστρο ουρανό, ονειροπολώντας και ποθώντας ένα ταξίδι προς τα κει, ανάμεσα στα άστρα, μακριά,
πέρα.